Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Η σημασία της γιορτής των Χριστουγέννων

Η σημασία της γιορτής των Χριστουγέννων

Δημοσιεύθηκε: 25 Δεκεμβρίου 2009 Κατηγορίες: Θεολογία και ΖωήΟρθόδοξη πίστη
Τα κάλαντα. Πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα 1872
Η γέννηση του Χριστού ως μυστήριο της θείας οικονομίας είναι ξένο για το λογικό μας, παράδοξο για τη ζωή μας-ανήκει σε μία άλλη διάσταση, σε μία άλλη συχνότητα. Για να συντονιστούμε μαζί του και να πιάσουμε το κανάλι του, μας χρειάζεται Πνεύμα άγιο. Και σ’ αυτό ακριβώς έρχεται να μας βοηθήσει η Εκκλησία του Χριστού. Με το τρόπο της μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί στη Βηθλεέμ· μας βάζει μέσα στο σπήλαιο και μας γονατίζει μπροστά στη φάτνη. Εκεί, όταν εμείς με ταπείνωση δεχθούμε να γίνουμε μαθηταί της, μας διδάσκει το μεγάλο γεγονός, πώς ο Θεός έγινε άνθρωπος.
Βέβαια, ίσως κάποιος αντιτείνει ότι όλος ο κόσμος σχεδόν τα ξέρει τα Χριστούγεννα, και μάλιστα οι περισσότεροι τα γιορτάζουν κιόλας, ως χριστιανοί. Εν τούτοις, δεν πρόκειται γι’ αυτό. Η γέννηση του Χριστού δεν έχει καμιά σχέση με την κοσμική γιορτή, που φέρνει το όνομά της και περιορίζεται σε ορισμένα τυπικά θρησκευτικά καθήκοντα. Αυτή είναι ίσως μία θαυμάσια γιορτή για το πεπτικό μας σύστημα ή για τις εθιμοτυπίες μας, αλλά δεν προσφέρει τίποτε σ’ αυτούς που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, σ’ αυτούς που μ’ όλες τις ανέσεις και τα αγαθά τους μένουν ανικανοποίητοι, διότι τους λείπει ο Θεός.
Για το μικρό ποίμνιο, για τους χριστιανούς όχι της ταυτότητος, αλλά της συνειδήσεως, τα Χριστούγεννα είναι ένα μυστήριο απρόσιτο και στο πιο μεγάλο σοφό χωρίς το θειο φωτισμό. Είναι ακόμη μία γιορτή που θα τους βοηθήσει να ζήσουν την ενανθρώπηση του Χριστού όχι σαν ένα γεγονός του καιρού εκείνου, αλλά σαν μία πραγματικότητα του σήμερα. Διότι αυτό θα πει γιορτάζω- φεύγω από το χρόνο μου και από τον τόπο μου, και μπαίνω στην αιώνια ώρα του Θεού, για να ζήσω την ιστορία του σαν ιστορία μου. «Σήμερον ο Χριστός γεννάται», ψάλλει η Εκκλησία μας σπάζοντας τα χρονικά και τοπικά όρια και μεταφέροντας τους πιστούς σε ένα διαρκές παρόν.
Αυτός ακριβώς είναι και ο κυριότερος τρόπος που διαθέτει, για να μας μυήσει στο σχέδιο της θείας οικονομίας. Η λατρεία, ο λόγος του Θεού, τα μυστήρια, όλα αποβλέπουν στο να μας ελευθερώσουν από τα δεσμά του τόπου και του χρόνου και ή να φέρουν το γεγονός στην εποχή μας ή να μεταφέρουν εμάς στην εποχή του. Κι αυτή τη δυνατότητα τη δίνει μόνο η Εκκλησία, διότι μόνο αυτή έχει θεανθρώπινο χαρακτήρα, χαρακτήρα που αγκαλιάζει και τον άνθρωπο και το Θεό, ούτως ώστε να βρίσκεται και μέσα και έξω από το χρόνο. Αφ’ ενός στέκεται κοντά και στον πιο μεγάλο αμαρτωλό, και αφ’ έτερου ζει στην αιωνιότητα του Θεού.
Όταν αυτό είναι το βαθύτερο νόημα κάθε γιορτής, μπορούμε πολύ καλά να καταλάβουμε, πόσο ανταποκρίνεται ο εορτασμός των περισσότερων ανθρώπων στη σημασία των Χριστουγέννων. Το ένα αποτελεί αποκάλυψη Θεού, να γίνουμε θεοί όπως ο Θεός έγινε άνθρωπος, να φύγουμε από τη γη στον ουρανό όπως ο Θεός έφυγε από τον ουρανό και ήλθε στη γη- το άλλο αποτελεί μία ακόμη ευκαιρία εθιμοτυπίας, μία γιορτή ρουτίνας και ένα κατεστημένο αμαρτίας, που σιγά-σιγά μας αηδιάζει και μας σπρώχνει στις πιο αντιχριστιανικές εκδηλώσεις, με τη μάταιη ελπίδα να σπάσουμε τη μονοτονία μας.
(Στεργ.Ν.Σάκκου, «Ο Θεός στη γη μας», εκδ. Ο.Χ.Α. Απολύτρωσις. Θεσσαλονίκη 2005)

Η σημασία της γιορτής των Χριστουγέννων.(Στεργ.Ν.Σάκκου)

Η σημασία της γιορτής των Χριστουγέννων.(Στεργ.Ν.Σάκκου)

21ΔΕΚ

Η γέννηση του Χριστού ως μυστήριο της θείας οικονομίας είναι ξένο για το λογικό μας, παράδοξο για τη ζωή μας -ανήκει σε μία άλλη διάσταση, σε μία άλλη συχνότητα. Για να συντονιστούμε μαζί του και να πιάσουμε το κανάλι του, μας χρειάζεται Πνεύμα άγιο. Και σ’ αυτό ακριβώς έρχεται να μας βοηθήσει η Εκκλησία του Χριστού. Με το τρόπο της μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί στη Βηθλεέμ· μας βάζει μέσα στο σπήλαιο και μας γονατίζει μπροστά στη φάτνη. Εκεί, όταν εμείς με ταπείνωση δεχθούμε να γίνουμε μαθηταί της, μας διδάσκει το μεγάλο γεγονός, πώς ο Θεός έγινε άνθρωπος.
Βέβαια, ίσως κάποιος αντιτείνει ότι όλος ο κόσμος σχεδόν τα ξέρει τα Χριστούγεννα, και μάλιστα οι περισσότεροι τα γιορτάζουν κιόλας, ως χριστιανοί. Εν τούτοις, δεν πρόκειται γι’ αυτό. Η γέννηση του Χριστού δεν έχει καμιά σχέση με την κοσμική γιορτή, που φέρνει το όνομά της και περιορίζεται σε ορισμένα τυπικά θρησκευτικά καθήκοντα. Αυτή είναι ίσως μία θαυμάσια γιορτή για το πεπτικό μας σύστημα ή για τις εθιμοτυπίες μας, αλλά δεν προσφέρει τίποτε σ’ αυτούς που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, σ’ αυτούς που μ’ όλες τις ανέσεις και τα αγαθά τους μένουν ανικανοποίητοι, διότι τους λείπει ο Θεός.
Για το μικρό ποίμνιο, για τους χριστιανούς όχι της ταυτότητας, αλλά της συνειδήσεως, τα Χριστούγεννα είναι ένα μυστήριο απρόσιτο και στο πιο μεγάλο σοφό χωρίς το θειο φωτισμό. Είναι ακόμη μία γιορτή που θα τους βοηθήσει να ζήσουν την ενανθρώπηση του Χριστού όχι σαν ένα γεγονός του καιρού εκείνου, αλλά σαν μία πραγματικότητα του σήμερα. Διότι αυτό θα πει γιορτάζω -φεύγω από το χρόνο μου και από τον τόπο μου, και μπαίνω στην αιώνια ώρα του Θεού, για να ζήσω την ιστορία του σαν ιστορία μου. «Σήμερον ο Χριστός γεννάται», ψάλλει η Εκκλησία μας σπάζοντας τα χρονικά και τοπικά όρια και μεταφέροντας τους πιστούς σε ένα διαρκές παρόν.
Αυτός ακριβώς είναι και ο κυριότερος τρόπος που διαθέτει, για να μας μυήσει στο σχέδιο της θείας οικονομίας. Η λατρεία, ο λόγος του Θεού, τα μυστήρια, όλα αποβλέπουν στο να μας ελευθερώσουν από τα δεσμά του τόπου και του χρόνου και ή να φέρουν το γεγονός στην εποχή μας ή να μεταφέρουν εμάς στην εποχή του. Κι αυτή τη δυνατότητα τη δίνει μόνο η Εκκλησία, διότι μόνο αυτή έχει θεανθρώπινο χαρακτήρα, χαρακτήρα που αγκαλιάζει και τον άνθρωπο και το Θεό, ούτως ώστε να βρίσκεται και μέσα και έξω από το χρόνο. Αφ’ ενός στέκεται κοντά και στον πιο μεγάλο αμαρτωλό, και αφ’ έτερου ζει στην αιωνιότητα του Θεού.
Όταν αυτό είναι το βαθύτερο νόημα κάθε γιορτής, μπορούμε πολύ καλά να καταλάβουμε, πόσο ανταποκρίνεται ο εορτασμός των περισσότερων ανθρώπων στη σημασία των Χριστουγέννων. Το ένα αποτελεί αποκάλυψη Θεού, να γίνουμε θεοί όπως ο Θεός έγινε άνθρωπος, να φύγουμε από τη γη στον ουρανό όπως ο Θεός έφυγε από τον ουρανό και ήλθε στη γη- το άλλο αποτελεί μία ακόμη ευκαιρία εθιμοτυπίας, μία γιορτή ρουτίνας και ένα κατεστημένο αμαρτίας, που σιγά-σιγά μας αηδιάζει και μας σπρώχνει στις πιο αντιχριστιανικές εκδηλώσεις, με τη μάταιη ελπίδα να σπάσουμε τη μονοτονία μας.

(Στεργ.Ν.Σάκκου, «Ο Θεός στη γη μας», εκδ. Ο.Χ.Α. Απολύτρωσις, Θεσσαλονίκη 2005)

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Ο RENE PUAUX ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΕΣ (ΠΡΙΝ 100 ΧΡΟΝΙΑ)


Ο RENE PUAUX ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΕΣ (ΠΡΙΝ 100 ΧΡΟΝΙΑ)



ΟRENEPUAUX
 ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΕΣ
 (ΠΡΙΝ 100 ΧΡΟΝΙΑ)
Με αφορμή την απόφαση της Ελληνικής Κυβέρνησης να ανακαλέσει τον Πρόξενό μας στην Κορυτσά κ.Θεόδωρο Οικονόμου

    Η Ευρώπη θα επιτρέψει να διαπραχθεί ένα έγκλημα.Κατά τη στιγμή που το μικρό τούτο βιβλίο θα τυπώνεται, η τύχη των επίμαχων εδαφών της Βορείου Ηπείρουθα έχει αποφασισθεί.Οι Μεγάλες Δυνάμεις ικανοποιώντας την ιτα­λική βουλιμία θα παραχωρήσουν στο φτιαχτό βασίλειο της Αλβανίας εδάφη κατοικούμενα από Έλληνες πατριώτες, τους οποίους και θα εγκαταλείψουν στην τυραννία των Αλβανών μπέηδων.
  Η Ιταλία έγραψε λαμπρές σελίδες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Όμως αυτή τη στιγμή επιχει­ρεί τη χάραξη μιαςαισχρής, μάλιστααισχρότατης, καθόσον για την πραγμάτωση της επεκτατικής χίμαιράς της αθετεί  όλες τις αρχές που συνηγόρησαν στην εθνική της αποκατά­σταση με την ένωση των επιμέρους ηγεμονιών της ιταλικής χερσονήσου.
 Εξάλλου η στάση στο ζήτημα της Βορείου Ηπείρου δεν έχει καν πιθανότητα επιτυχίας.Επιζητεί την ίδρυση μιας Αλβανίας όσο το δυνατόν μεγαλύτερης.Απο­σκοπεί δε αποκλειστικά στην πρόσφορη αργότερα μοιρασιά του εφήμερου αυτού βασιλείου με την Αυστρο-Ουγγαρία. Φαίνεται ακόμη να πιστεύει ότι η συνένοχος της Αυστρο-Ουγγαρία δεν θα αντιδρούσε στην κατάληψη της Αυλώνας από τους Ιταλούς και στη μετατροπή της σε πρωτεύουσα της «ιταλικής αποικίας της Αλβανίας». Συνεπώς είναι προ­φανέστατο ότι ποτέ η Αυστρο-Ουγγαρία δεν θα δεχόταν την κυριαρχία της ανταγωνίστριας της στις δύο ακτές της νότιας Αδριατικής, όπως άλλωστε και η Ιταλία δεν θα ανεχόταν να βρίσκεται η Αυλώνα στα χέρια των Αυστριακών.
 Χωρίς να θέλω να παραστήσω τον προφήτη, φαίνεται βέβαιο ότι στο μέλλον, κατά το μάλλον ή ήττον μακρινό, ο χάρτης των Βαλκανίων πάλι θα τροποποιηθεί.Η Σερβία και το Μαυρο­βούνιο αποτελώντας ένα βασίλειο θα συμπληρώσουν στο νότο τα εδάφη τους με προσάρτηση της βόρειας Αλβανίας.Ταυτόχρονα η Ελλάδα θα ιδεί να επανέρχεται στην αγκαλιά της το υπόλοιπο αυτής της Ηπείρου, που σήμερα της αμφισβητούν.Τελικά δε η Ιταλία από την επιμονή της στην αδι­κία δεν θα κερδίσει τίποτε. Αντίθετα θα χάσει για πάντοτε τη φιλία του ελληνικού λαού. Ο κ. Ντι Σαν Τζουλιάνο, συνεπαρμένος από μία ουτοπία και εμπλέκοντας τη διπλω­ματία της χώρας του στο δρόμο της παράφορης παρανο­μίας, θα προσφέρει στην Ιταλία τις χειρότερες υπηρεσίες. Και η ευθύνη θα βαρύνει κατ' εξοχήν τον ίδιο. Διότι δεν είναι ο ιταλικός λαός αλλά η σημερινή κυβέρνηση που πει­σματικά ακολουθεί την πολιτική αυτή.
 Αν υπάρχει κάποια παρηγοριά στη δυστυχία που πρό­κειται να βρει τους θυσιασμένους Ηπειρώτες, αυτή είναι η σκέψη ότι τα μαρτύρια τους θα ωφελήσουν οπωσδήποτε την πολυαγαπημένη πατρίδα τους. Ο Βίσμαρκ αποσπώντας από τη Γαλλία τις δύο επαρχίες της Αλσατίας και της Λωρραίνης υπήρξε κατά κάποιο τρόπο ο δημιουργός της αναγέν­νησής μας. Εργαστήκαμε, για να επαναποκτήσουν κάποια ημέρα την ποθητή ελευθερία τα αδέλφια μας του Στρα­σβούργου, του Κολμάρ και του Μετζ. Το πατριωτικό μας ιδεώδες απέκτησε ένα σκοπό. Η εθνική μας ζωή αναπτύ­χθηκε, επειδή είχε ένα ιδανικό.
 ΗΕλλάδα του μέλλοντος οφείλει να στρέψει τα μάτια της προς τα παιδιά της εκείνα, των οποίων η απελευθέρωση αποτελεί χρέος.Μετά τις νίκες στη Μακεδονία και στο αρχιπέλαγος του Αιγαίου θα μπορούσε να πάρει στάση αμυντική, που αποκαλύπτει την αδυναμία των πλουσίων. Όμως αυτή δεν είναι νοητή, ενό­σω η Ήπειρος, ολόκληρη η Ήπειρος, δεν επανέρχεται στην Ελλάδα. Συγκεντρώνοντας εδώ τα τηλεγραφήματα και τις επιστολές που είχα στείλει στην εφημερίδαΧρόνοςκατάτο Μάιο του 1913, θέλησα να αφήσω μια μαρτυρία, μια μαρτυρία απλή αλλά συγκινητική, για όσα είδα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου. Έκτοτε, άλλοι, και ιδιαίτερα ο κ. Κάρολος Βελαίν και ο φίλος μου Ντε Γιεσσέν έκαμαν τις ίδιες διαπιστώσεις. Γι' αυτό πιστεύω ότι, με εξαίρεση τους πρέσβεις τους επιφορτισμένους με τη λύση του ζητήματος των συνόρων της Ηπείρου και της Αλβανίας,όλη η ανθρωπότητα γνωρίζει ότι η Ήπειρος είναι ελληνική.
Δίνοντας πρώτος στο μεγάλο αναγνωστικό κοινό μια ιδέα της σημερινής κατάστασης της Ηπείρου και της αξιοθαύμα­στης φιλοπατρίας των Ηπειρωτών,της αγάπης προς τη μητέρα-πατρίδα Ελλάδα, αν κατάφερα να συμβάλω έστω και ελάχιστα στην υπεράσπιση του δικαιώματος της ελευθερίας, του ωραίου μεταξύ των ωραιότερων, θα νιώσω τη βαθύτερη εσωτερική χαρά. Αλλά όποια έκβαση κι αν έχουν τα πράγ­ματα, η ανάμνηση από το ταξίδι αυτό είναι τόσο έντονη, ώστε και στην παραμικρή σκέψη ναδακρύζουντα μάτια μου.

Από τον πρόλογο του βιβλίου:
Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος
(Οδοιπορικό 1913 - Απελευθέρωση - Αυτονομία)
Πρόλογος - Σχόλια - Χρονικό: Αχ. Γ. Λαζάρου
Μετάφραση: Α. Αχ. Λαζάρου


Read more:http://www.egolpion.com/puaux_proxenos.el.aspx#ixzz2nXtthxFM

RENE' PUAUX: O Φιλλέλην Δημοσιογράφος-Ιστορικός

RENE' PUAUX: O Φιλλέλην Δημοσιογράφος-Ιστορικός




RENE' PUAUX
(1878-1937)
O Φιλλέλην Δημοσιογράφος-Ιστορικός

     Ο Ρενέ Πυώ είναι γάλλος ιστορικός και δημοσιογράφος. Με τη δεύτερη ιδιότητά του εργάστηκε ως συντάκτης και αρχισυντάκτης της παρισινής εφημερίδας "Χρόνος" (Temps), αρκετό δε χρονικό διάστημα υπήρξε ανταποκριτής της στο εξωτερικό. Έτσι επισκέφθηκε πολλές χώρες κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων.
     Τις απογοητεύσεις και τις περιπέτειες ενός πολεμικού ανταποκριτή τις περιγράφει παραστατικά σε μια συλλογική έκδοση (Dans les Balkans 1912-1913), που ασφαλώς είναι πολύτιμη και για τους κανόνες δεοντολογίας της δημοσιογραφίας, της υψηλής αποστολής της ως διαμορφώτριας της κοινής γνώμης. Αποκαλύπτει κάθε απόπειρα παραπλανήσεως του κοινού δια του τύπου και συγκεκριμένα στην περίπτωση της Β. Ηπείρου επισημαίνει την απουσία Ιταλών και Αυστριακών δημοσιογράφων από εκδηλώσεις δηλωτικές του ελληνικού φρονήματος των κατοίκων της, τόσο των χριστιανών όσο και των μουσουλμάνων.
     Ωστόσο η αντιδεοντολογική συμπεριφορά δεν αφορά το σύνολο των Ιταλών δημοσιογράφων. Ο απεσταλμένος της εφημερίδας "Αιών" (Secolo) της Ρώμης Luciano Magrini, γράφοντας την αλήθεια κατηγορήθηκε από τους συμπατριώτες του ως όργανο της ελληνικής προπαγάνδας.
     Ο Ρενέ Πυώ υπεραμύνεται της ελληνικότητας της Β. Ηπείρου και καταγγέλλει την αδικία, που προσγίνεται με τη μη ενσωμάτωση της στην Ελλάδα, αν και ο ελληνικός στρατός είχε ελευθερώσει αυτή. Στο περίφημο βιβλίο του "Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος"(la malheureuse Epire) περιγράφει με ζωντανή και συγκινητική γραφή το χρονικό και τα βάσανα των Ελλήνων κατοίκων της.


Read more:http://www.egolpion.com/rene-puaux.el.aspx#ixzz2nXtZv28b

ΟΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΗ Β.ΗΠΕΙΡΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΕΝΕ ΠΥΩ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΠΡΟΞΕΝΟ ΚΟΡΥΤΣΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΚΑΜΑΡΙΝΟ

ΟΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΗ Β.ΗΠΕΙΡΟΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΕΝΕ ΠΥΩ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΠΡΟΞΕΝΟ ΚΟΡΥΤΣΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΚΑΜΑΡΙΝΟ



ΟΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΗ Β.ΗΠΕΙΡΟΣ:
ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΕΝΕ ΠΥΩ ΣΤΟΝ
ΕΛΛΗΝΑ ΠΡΟΞΕΝΟ ΚΟΡΥΤΣΑΣ
ΘΕΟΔΩΡΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΚΑΜΑΡΙΝΟ

Σε συνέντευξή του στοΝΟΙΑΖΟΜΑΙο ανακληθείς αιφνιδιαστικά στην Αθήνα Έλληνας Πρόξενος Κορυτσάς Θεόδωρος Οικονόμου Καμαρινός, αποκαλύπτει ότι αιτία της απομάκρυνσής του ήτανη χρησιμοποίηση των όρων «Έλληνες» και «Βόρεια Ήπειρος»! Λέξεις που είναι φαίνεται απαγορευμένες για το Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά όχι και για τη συνείδηση και τις καρδιές των αληθινών Ελλήνων Διπλωματών, που υπηρετούν με αυτοθυσία την Πατρίδα και τελικά χάρη στο φιλότιμο και την ατομική τους προσπάθεια διασώζεται ακόμη η Ελλάδα…
«ΔΕΝ ΑΝΑΚΑΛΩ ΟΣΑ ΕΙΠΑ ΓΙΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟ»
Ν: …Αληθεύει πως ο λόγος της ανάκλησής σας ήταν τα λόγια που είπατε στους Βορειοηπειρώτες, πως «οι παππούδες τους ήταν Έλληνες», πως εκεί «έγιναν ένδοξες  ελληνικές μάχες και ο ελληνικός λαός ήταν πάντοτε παρών» και ότι «την περιοχή αυτή την αποκαλούμε Βόρειο Ήπειρο»;
ΠΡΟΞΕΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: «Έκανα το καθήκον μου. Τίποτε παραπάνω. Και ούτε ανακαλώ, ούτε θα ανακαλέσω ποτέ τα όσα είπα για Έλληνες και Βόρειο Ήπειρο! Γι΄ αυτό και ανακλήθηκα στην ΑθήναΕίχα συνείδηση της αποστολής μου. Ήμουν στην Βόρειο Ήπειρο! Εάν ήμουν στην Καμπέρα ή κάπου αλλού, θα λειτουργούσα υπό άλλες συνθήκες. Αλλά ήμουν στη Βόρειο Ήπειρο»…
     Ολόκληρη τη συνέντευξη του κ.Θεόδωρου Οικονόμου Καμαρινού μπορείτε να τη διαβάσετεεδώ.Ακολουθεί ο τραγικός λόγος του μεγάλου φιλέλληνα Ρενέ Πυώ όταν 100 χρόνια πριν περιέγραφε την εκκένωση της Βορείου Ηπείρου και τον εχθρικό ρόλο των μεγάλων δυνάμεων έναντι της Ελλάδος. Σήμερα η ίδια η Ελλάδα τρώει για άλλη μια φορά τα παιδιά της. Ακολουθεί το κείμενο του Ρενέ Πυώ:
     Τα νέα από την Ήπειρο είναι από μέρα σε μέρα πιο ανησυχητικά. Πριν από ένα μήνα, τη στιγμή που άρχιζε η εκκένωση από τον ελληνικό στρατότων επαρχιών που έχουν καταδικασθεί να γίνουν αλβανικές, γράφαμε ακριβώς εδώ: «Εάν δεν συμβεί κάποια μεταστροφή των Μεγάλων Δυνά­μεων και δεν δοθούν σοβαρές εγγυήσεις, ο αγώνας θα αρχί­σει και το πένθος θα εξαπλωθεί ακόμα μια φορά πάνω σ' αυτή την ελληνική Αλσατία-Λωρραίνη».
Οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν δεχθεί στις 22 Φεβρουα­ρίου ένα εμπεριστατωμένο υπόμνημα του υπουργικού συμ­βουλίου της Αθήνας που επισήμαινε τους κινδύνους από τη χωρίς εγγυήσειςεκκένωση, λόγω τηςαπόλυτης απόφασης των Ηπειρωτών να υπερασπιστούν τις ελευθερίες τους μέχρι το θάνατο˙ όμως ως τις 7 Απριλίου, τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, δεν είχαν απαντήσει στο υπόμνη­μα του κ. Στρέιτ, υπουργού των Εξωτερικών της Ελλάδας, ούτε είχαν μπορέσει να βρουν μεταξύ τους λύση γι' αυτό το πολύ σοβαρό και οδυνηρό πρόβλημα. Τα γεγονότα, χάρη στηναναποφασιστικότηταή τηναδιαφορίατης Ευρώπης, έχουν πάρει την τροπή που ήταν εύκολο να προβλέψει κανείς.
Οι ηπειρωτικοί «Ιεροί Λόχοι» έχουν απωθήσει, μετά από σφοδρές και αιματηρές μάχες, τιςαλβανικές ομάδες και τους ουλαμούς των Αλβανών χωροφυλάκων που διοικούνται από Ολλανδούςαξιωματικούς. Τα στρατεύματα αυτά απαι­τούσαν να καταλάβουν τα εδάφη που τοΠρωτόκολλο της Φλωρεντίαςείχε ενσωματώσει στην Αλβανία. Οι «Ιεροί Λόχοι», αφού κατέλαβαν οχυρές θέσεις βορείως τουΑργυ­ροκάστρου, για να εμποδίσουν κάθε απόπειρα από αυτή την πλευρά, στράφηκαν προς τηνΠρεμετή, έπειτα στοΛεσκο­βίκικαι από εκεί, μέσα από τον μακρύ και ελικοειδή ορεινό δρόμο που κατεβαίνει στην πεδιάδα της Κορυτσάς, έφτασαν στηνΜπρορούβα. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στο χάρτη που συνοδεύει αυτές τις σημειώσεις, θα δει πως, εκτός από τη βορειοανατολική περιοχή, την περιοχή τηςΚορυτσάςκαι τηςΜοσχόπολης, το υπόλοιπο του ηπειρωτικού εδάφους βρίσκεται σταχέριατων πατριωτών της Ηπείρου.
 Αν συναινέσει κανείς να θυμηθεί πως εδώ κι ένα χρόνοο ιταλι­κός τύποςαμιλλώνταν να επαναλαμβάνει πως ο Διάδοχος της Ελλάδας διασχίζοντας την Ήπειρο επευφημούνταν από εγκάθετους σταλμένους από την Αθήνα, και πως οι Αλβανοί του Αργυροκάστρου, του Δελβίνου, του Λεσκοβικίου, της Πρεμετής, της Κορυτσάς κλπ. περίμεναν με ανυπομονησία την ώρα της ένωσής τους με την «αλβανική πατρίδα»,μπο­ρεί να αναλογιστεί το λάθος που έκαναν οι Μεγάλες Δυνά­μεις, οι οποίες αφέθηκαν να εντυπωσιαστούν από αυτό το επικερδές ψέμα και θαυμάζουν τη νέα χάραξη της μεθορια­κής γραμμής που προτείνεται από την Ιταλίααντί να υιοθε­τήσουν τη χάραξη που είχε υποβάλει η Ελλάδα στη Διά­σκεψη του Λονδίνου από το Μάρτιο του 1913, και η οποία πολύ θεμιτά δεν διεκδικούσε παρά τα εδάφη όπου το ελληνι­κό στοιχείο ήταν η συντριπτική πλειονότητα.
Οι «Ιεροί Λόχοι»βαδίζουν προς την Κορυτσά όπου ο πληθυσμός έχει ήδη επαναστατήσει κατά της τυραννίας της αλβανικής εξουσίας. Οι μάχες των τελευταίων εβδομάδων δεν έχουν σταθεί παρά το προανάκρουσμα ενός αγώνα που προαναγγέλλεται πως θα είναι λυσσώδης.Η κυβέρνηση του Δυρραχίου, ή καλύτερα οΕσσάτ-πασάςπου είναι η ψυχή της, απέσπασε τελικά από τον πρίγκιπα Γουλιέλμο Βηδ ένα διά­ταγμα γενικής επιστράτευσης εναντίον των Ηπειρωτών. Επειδή η Αλβανία δεν έχει καθόλου τακτικό στρατό, πρό­κειται ασφαλώς να ρίξουνορδές ορεινώνεναντίον των «Ιερών Λόχων», οι οποίοι έχουν υπέρ τους την οργάνωση και τα στελέχη, όμως είναι δυνατό να υπερκερασθούν αριθ­μητικά. Η αλβανική εκστρατεία, είναι αλήθεια, δεν έχει ακό­μα ξεκινήσει, όμως —και αυτό ακριβώς επιβαρύνει την κατάσταση—έχει την υποστήριξη της Αυστρίας και της Ιταλίαςπου ανακοινώνουν ανοιχτά πως θα προμηθεύσουν η μία τα κανόνια και η άλλη τα απαραίτητα όπλα. Τελικά, οι Μεγάλες Δυνάμεις, επιτρέποντας, την περασμένη εβδομά­δα, στιςαυστροΐταλικές τράπεζεςνα δώσουν στην αλβανική κυβέρνηση μια προκαταβολή δέκα εκατομμυρίων φράγκων σε λογαριασμό του διεθνούς δανείου των 75 εκατομμυρίων,προμηθεύουν συνειδητά στον Εσσάτ-πασάτην κινητήρια δύναμη του πολέμου.
Ποιος είναι ο σκοπός του στρατηγού αυτού, το φευγαλέο βλέμμα του οποίου ανησυχούσε τον Γουσταύο Μπαμπέν κατά την τελευταία του διαμονή στο Δυρράχιο; Δεν μπορούμε να φανταστούμε πως δέχτηκε τον πρίγκιπα Βηδ, που επέβαλε η Ευρώπη, μονάχα με την υστεροβουλία να τον ρίξει σε κάποια περιπέτεια που θα του στοίχιζε το στέμμα του;
Ομολογώ όμως πως η τύχη του πριγκιπικού οίκου της Αλβανίας με απασχολεί λιγότερο από την τύχη των ηπει­ρωτικών πληθυσμών πουθυσιάζουν τη ζωή τους για την υπεράσπιση της εθνικότητάς τους και της ελευθερίας τους.Κοιτώντας τις θαυμαστές φωτογραφίες, που ο κ. Φρεντ Μπουασονά έδρεψε το περασμένο καλοκαίρι και πρόκειται να δημοσιεύσει σε ένα λεύκωμα, το «Ήπειρος, κοιτίδα των Ελλήνων», με εισαγωγή του πιστού του συντρόφου στο ταξίδι κ. Ντανιέλ Μπο-Μποβί,ξαναείδα αυτή τη χώρα, μέσα στη χαρά, τότε, της απελευθέρωσης, να ακτινοβολεί μια και ήταν η πρώτη άνοιξη που η ελληνική σημαία κυμά­τιζεεπιτέλους στα χωριά της.
Να το Δελβινάκι, η πιο μεγά­λη συγκέντρωση Ελλήνων στην επαρχία του Πωγωνίου, την εθνικά καθαρότερη ίσως από όλες τις επαρχίες της Ηπείρου.Και όμως η επαρχία αυτή έχει επιδικαστεί στην Αλβανία.Ξαναβλέπω εκείνο το πρωινό του περυσινού Μαΐου που, πάνω στο δρόμο, χωριάτες και χωριάτισσες με περίμεναν κάτω από δύο αψίδες θριάμβου όπου η επιγραφή: «Ζήτω η Ελλάδα!» κρεμόταν από τη φυλλωσιά.Ένας λεβέντης γερο-παπάς, ίσως εκείνος που έκανε περίπατο στο μοναστή­ρι στο μέσο φωτογραφημένων από τον κ. Μπουασονά γυναι­κών, μου διάβασε έναν λόγο γεμάτο συγκινητικό πατριωτι­σμό, οδάσκαλοςέβγαλε έναν άλλο παρόμοιο λόγο, έπειτα ήταν η σειρά άλλουπαπά, έπειτα ενός αντιπροσώπου κάποιου χωριού, που δεν μπορούσα να το επισκεφθώ, και το πλήθος χειροκροτούσε μέσα σε παραλήρημα ενθουσιασμού καιπετούσε λουλούδια στο αμάξι μουκαι εκατοντάδεςελληνικέςσημαίες κυμάτιζαν μέσα στην αύρα.Δύσμοιροι άνθρωποι!Με τι καρδιά τραγουδούσαν το περυσινό Πάσχα:
Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου
καί ευλόγησον την κληρονομίαν σου
Νίκας τοις βασιλεύσι
κατά βαρβάρων δωρούμενος.
Είχαν την πεποίθηση πως η Ευρώπη δεν θα είχε ποτέ το θάρρος να τους χωρίσει από την πατρίδα τους: την Ελλά­δα.
Για όποιον έχει επισκεφθεί την Ήπειρο,το τερατούρ­γημα του χωρισμού φαινόταν απίστευτο. Αποφασίστηκε παρ' όλ' αυτά. Όταν, στην Κορυτσά, ο στρατηγόςΠαπούλαςυποχρεώθηκε την 1ηΜαρτίου να ανακοινώσει στον πληθυσμό ότι ο στρατός έμελλε να φύγει και να ξαναδώσει την πόλη στους Αλβανούς, ακολούθησαν σπαρακτικές σκη­νές: μέσα στα σχολεία όλοι οι μαθητές, ασφυκτικά στρι­μωγμένοι, τραγουδούσαν τον ελληνικό εθνικό ύμνο και αρνού­νταν να εγκαταλείψουν την τάξη τους, ολόκληρος ο πληθυ­σμός είχε φορέσει πένθος και στους δρόμους οι άνθρωποι έκλαιγαν.Το Δελβινάκι δεν έχει γνωρίσει ακόμα αυτές τις μαύρες ώρες. Οι Αλβανοί δεν έχουν μπορέσει να φτάσουν μέχρις εκεί, αλλά η αγωνία κυριεύει τις καρδιές.
Ποιος ποι­ητής, ποιος συγγραφέας Έλληνας θα διηγηθεί, σαν τον δικό μας Ντοντέ που έγραψε τοΤελευταίο μάθημα στοχωριό της Αλσατίας,τη συγκινητική αγωνία των δύσμοιρων ανθρώπων της Ηπείρου;

ΡΕΝΕ ΠΥΩ

Από το εκπληκτικό βιβλίο:
Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος
(Οδοιπορικό 1913 - Απελευθέρωση - Αυτονομία)
Πρόλογος - Σχόλια - Χρονικό: Αχ. Γ. Λαζάρου
Μετάφραση: Α. Αχ. Λαζάρου
Τίτλος πρωτοτύπου: La malheureuse Epire
Τροχαλία

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ  www.egolpion.com
21  ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ  2011


Read more:http://www.egolpion.com/puaux_oikonomou.el.aspx#ixzz2nXt8qot1

Αγιότης Μαρτυρουμένη

Αγιότης Μαρτυρουμένη


Αγιότης Μαρτυρουμένη
π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού 
 Αγιότητα - Ένα λησμονημένο όραμα, Αθήνα 2001, σελ. 45-57.

   Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ αθρόα1 κατάταξη νέων Αγίων στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τόσο στο κλίμα τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και στην Εκκλησία της Ρωσίας, προκάλεσε τις επόμενες σκέψεις πάνω σε μια ουσιώδη πτυχή της διαδικασίας της «αναγνωρίσεως» Αγίων στην ορθόδοξη παράδοση.
1.Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΠΑΤΕΡΙΚΗπαράδοση αποδίδει τον χαρακτηρισμό τού Αγίου2 στα πρόσωπα εκείνα, τα οποία έχουν φθάσει στη θέωση και συνιστούν τους μάρτυρές της μέσα στην ιστορία. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τιμούμε τους Αγίους «ως ενωθέντας Θεώ κατά προαίρεσιν και τούτον δεξαμένους ένοικον και τη τούτου μεθέξει γεγονότας χάριτι, όπερ αυτός εστί φύσει». Άγιοι είναι «οι έμψυχοι ναοί τού Θεού, τα έμψυχα του Θεού σκηνώματα», διότι «διά τού νού τοίς σώμασιν αυτών ενώκησεν ο Θεός» 3.

   Ένα από τα περισσότερο ανησυχητικά συμπτώματα της εποχής μας -καρπός της μακράς αλλοιώσεως των θεολογικών μας κριτηρίων- είναι η θεώρηση της σωτηρίας, και συνεπώς και της αγιότητας, σε πλαίσια ηθικά, στα όρια της ηθικής προσπάθειας και βελτιώσεως τού ανθρώπου. Λόγω της βαθμιαίας επικρατήσεως ουμανιστικών και ηθικολογικών κριτηρίων νοείται και η θέωση ως ηθικό και όχι οντολογικό γεγονός, δηλαδή ως «κατά χάριν» αλλοίωση της φύσεως και σύνολης της υπάρξεως του ανθρώπου.
Κατά την ορθόδοξη, όμως, παράδοση «η υπερώνυμος θέωσις» καθιστά τους μετέχοντας αυτής «ακτίστους, ανάρχους και απεριγράπτους [...] , καίτοι διά την οικείαν φύσιν εξ ουκ όντων γεγονότας» 4.
Διά της θεώσεως, της εν χάριτι ενώσεως με τον Θεό, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, «όλος εν όλοις αξίοις ο Θεός περιχωρεί, όλω δε όλοι περιχωρούσιν ολικώς οι Αγιοι τώ Θεώ, όλον αντιλαβόντες εαυτών τον Θεόν» 5.
Η απώλεια, όμως, ή αδρανοποίηση των ησυχαστικών κριτηρίων οδήγησε στην αντικατάσταση της πνευματικότητας με την ηθικολογία και της αγιότητας με την ουμανιστική αρεταλογία6.
 
2.ΕΧΕΙήδη τεκμηριωμένα αποσαφηνισθεί, ότι στην ορθόδοξη παράδοση «η αναγνώρισις των υπό τού Θεού δεδοξασμένων προσώπων, των ευαρεστησάντων αυτώ και η κατάταξις αυτών εις τον χορόν των Αγίων εγίνετο, γίνεται και οφείλει να γίνεται [...] υπό της γενικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως ποιμένων τε και ποιμαινομένων άνευ άλλης πρωτοβουλίας και επισήμου επεμβάσεως της εκκλησιαστικής αρχής» 7.
Είναι, όμως, εξ ίσου γεγονός, ότι η αυθόρμητη και σύσσωμη αναγνώριση της αγιότητας δεν υπήρξε ποτέ αυθαίρετη, ούτε στηρίχθηκε στην καλή φήμη ή την ηθικότητα, αλλά σε απτά και αισθητά μαρτύρια, τεκμηριωμένα δηλαδή και άνωθεν προερχόμενα δείγματα της πραγματικότητας της θεώσεως.
Ο μέγας θεολόγος των νεωτέρων χρόνων Ευγένιος Βούλγαρις (1716-1806) λέγει χαρακτηριστικά για την αναγνώριση των Αγίων: «Ευλογητός ο Θεός, ός ουκ αμάρτυρον επί γής αφίησι την αλήθειαν αυτού»8 (Πρβ. Πράξ. ιδʹ 17).
Τόσο δε ο Βούλγαρις, όσο και άλλοι πριν από αυτόν θεολόγοι της Εκκλησίας μας, προκειμένου περί της αναγνωρίσεως Αγίων επικαλούνται τον λόγο τού Απ. Παύλου: «ου γάρ ο εαυτόν συνιστών εκείνος εστίν δόκιμος, αλλ ον ο Κύριος συνίστησι» (Βʹ Κορ. ιʹ 18).
   Σύμφωνα με τη μακραίωνη εκκλησιαστική πράξη, οι Άγιοι δεν αναγνωρίζονται με ηθικολογικά, κοινωνικά και ενδοκοσμικά κριτήρια, αλλά κατόπιν της φανερώσεως της αγιότητάς τους από τον ίδιο τον Θεό, με σημεία αδιαμφισβήτητα, που αντέχουν σε κάθε κριτική και αποσείουν κάθε αμφιβολία.
Ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος σε ειδική μελέτη του9 έχει συνοψίσει τις καθιερωμένες στην πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας προϋποθέσεις αναγνωρίσεως των Αγίων, οι οποίες είναι:
   α) Η ιδιότητα τού μέλους της Εκκλησίας («διά τού αγίου βαπτίσματος»),
   β) το μαρτύριον υπέρ της χριστιανικής πίστεως,
   γ) ο άγιος κατά πάντα βίος,
   δ) «εξέχουσαι όλως υπηρεσίαι προς την χριστιανικήν θρησκείαν και την Εκκλησίαν» (π.χ. ο Μ. Κωνσταντίνος) και
   ε) «η μαρτυρία διενεργηθέντων και διενεργουμένων θαυμάτων υπό τού Θεού τή μεσιτεία τού αγίου προσώπου, είτε εν ζωή, είτε μετά θάνατον» 10.

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στο σκεπτικό όλων των περιπτώσεων αναγνωρίσεως Αγίων στις τελευταίες δεκαετίες.
Ήδη, όμως, ο Ευγένιος Βούλγαρις έθεσε το ζήτημα, αν τα κριτήρια παλαιοτέρων εποχών είναι δυνατόν να εφαρμόζονται αμετάβλητα στους νεωτέρους. Αλλά σ αυτό θα επανέλθουμε.
Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί, ότι πέρα από την περίπτωση του όντως11 «υπέρ Χριστού» μαρτυρίου, το οποίο συνιστά καθ αυτό φανέρωση της θεώσεως, «ο άγιος κατά πάντα βίος» ως στοιχείο αγιότητας μπορεί να τεκμηριωθεί μόνο με τη μαρτυρία εκείνων, οι οποίοι ευρίσκονται στην κατάσταση αγιοπνευματικού φωτισμού, διότι «ο πνευματικός ανακρίνει τα πάντα, αυτός δε υπ ουδενός ανακρίνεται» (Αʹ Κορ. βʹ 14).
Οι «πνευματικοί», οι έχοντες δηλαδή τον φωτισμό τού Αγίου Πνεύματος, έχουν τη δύναμη να διακρίνουν τους πνευματοφόρους και συνεπώς να διαπιστώσουν την αγιότητα της καρδίας12, και δεν αρκεί γι αυτό η απλή εξωτερική εκτίμηση ή η λαϊκή, με τη σύγχρονη αντίληψη, ετυμηγορία.
Τό περισσότερο, όμως, αδύνατο, αλλά συνάμα και επικίνδυνο, κριτήριο στην αναγνώση της αγιότητος είναι οι «εξέχουσες υπηρεσίες» προς την Εκκλησία, το οποίο είναι δυνατόν, ερμηνευόμενο κατάλληλα, να χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση οποιωνδήποτε σκοπιμοτήτων. Η επιμονή της Ελλαδικής και Κυπριακής Εκκλησίας να κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ Μαρτύρων της Πίστεως και Εθνομαρτύρων13 είναι επιβεβαίωση των υπερβολών ή και καταχρήσεων, στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η εφαρμογή αυτού τού κριτηρίου, υπερτονιζομένου μάλιστα εις βάρος των άλλων.

3.ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ, συνεχής και αμετάβλητη, συνείδηση είναι, ότι η αγιότητα αναγνωρίζεται με βάση τη φανέρωσή της από τον ίδιο τον Θεό, μέσω της διενεργείας (αυθεντικών) θαυμάτων.
Αυτό το κριτήριο είναι εκκλησιαστικά το ασφαλέστερο και επικρατέστερο στον χώρο της ορθόδοξης Αγιολογίας. Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος (1660-1669)14 παραδίδει συνοπτικά τη σχετική εκκλησιαστική εμπειρία.
«Τρία θεωρούνται -γράφει- μαρτυρούντα την(υπογράμμιση δική μας) εν ανθρώποις αγιότητα· πρώτον ορθοδοξία άμωμος· αρετών κατόρθωσις απασών, εν αίς έπεται η περί την πίστιν μέχρις αίματος προς την αμαρτίαν αντικατάστασις και, τέλος, η παρά Θεού επίδειξις σημείων υπερφυών και θαυμάτων. Το πρώτόν εστι και εις σωτηρίαν αναγκαιότατον. Το δεύτερον εις αγιωσύνης χαρακτήρα. Αλλά και το τρίτον αναγκαιότατον καυτόν εις απόδειξιν»15.

Το κείμενο αυτό, γραμμένο μετά από δεδομένη δυτική πρόκληση και διεπόμενο από τησαφή βούληση να διασταλείη ορθόδοξη πράξη από τη δυτική παραχάραξη, είναι σημαντικότατο για τη θεολογική πληρότητα και σαφήνειά του. Διαφοροποιεί αφ ενός την αληθή από την υποτιθεμένη («σεσοφισμένη», πρβ. Βʹ Πέτρου αʹ 16) αγιότητα και αφ ετέρου εντοπίζει την πιστοποίηση της αγιότητος στη θεία και όχι στην ανθρώπινη πλευρά. Προϋποθέτοντας τη διατύπωση αυτή τού Πατριάρχου Νεκταρίου, επανέρχεται στο θέμα ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης (1749-1809), δίδοντας κατά τη γνώμη μας την τελική διατύπωση της εκκλησιαστικής πράξεως στο Νέον Μαρτυρολόγιόν του.

  «Είναι γνώμη -γράφει- των διδασκάλων της Εκκλησίας μας, ότι των μενΟσίωντα λείψαναδεν προσκυνούνται ως άγια, αν ο Θεός δεν αποδείξη δι αυτών θαύματα, ή το ολιγώτερον τα τιμήση διά της ευωδίας με το να μην είναι αποδεδειγμένα εις τους ανθρώπους η εν κρυπτώ πίστις και αγάπη αυτών εις τον Θεόν».
Είναι η τοποθέτηση τού Αγίου στο παραπάνω κριτήριο του «αγίου κατά πάντα βίου». Συνεχίζει όμως:
«Των δεΜαρτύρωντα λείψανα προσκυνούνται ως άγια και χωρίς θαυμάτων και ευωδίας16, με το να γίνεται φανερά εις όλους διά της εμπράκτου αποδείξεως τού μαρτυρίου η εις Θεόν τελεία αγάπη αυτών· των οποίων τούτων προηγουμένως, και φανερώς ευρισκομένων εις τους Μάρτυρας, ως παρακολουθήματα είναι πλέον τα θαύματα, και σχεδόν λογίζονται, όσον εις απόδειξιν, περιττά»17.
Δεν παύουν, δηλαδή, τα θαύματα να θεωρούνται άμεσα συνδεδεμένα με την αγιότητα, μολονότι στην περίπτωση της τιμής των Μαρτύρων δεν έχουν πρωταρχική αποδεικτική σημασία («σχεδόν περιττά»), αφού το μαρτύριο καθ αυτό συνιστά βεβαίωση τού γεγονότος της θεώσεως18.
Άλλωστε, τα αληθή λείψανα των όντως Αγίων συνιστούν μόνιμο θαύμα, με την υπέρβαση της φυσικής φθοράς και την αναστολή της φυσικής διαλύσεως τού κυτταρικού συστήματος19.

4. ΗΠΡΟΤΑΞΗκαι έξαρση της «παρά θεού δόξης» στη φανέρωση της αγιότητας, συνιστά συνεχή παράδοση της Εκκλησίας μας, εκφραζομένη διαχρονικά στη θεολογική της γραμματεία. Θα περιορισθούμε σε χαρακτηριστικά δείγματα:
α) Ο ιστορικός Σωκράτης (5ος αι.), αναφερόμενος στην αγιότητα τού Τριμυθούντος Σπυρίδωνος, παρατηρεί:
«... Ού την αρετήν επιδείξαι, την έτι κρατούσαν περί αυτού φήμην αρκείν ηγούμαι, την δε δι αυτού γενομένην, τα μέν πλείστα, ώς γεεικός, οι επιχώριοι ίσασιν».
Αλλά και για τον άγιο Δονάτο της Ευροίας Ηπείρου γράφει: «...ώ δή πολλά τε και άλλα τεθαυματουργήσθαι μαρτυρούσιν οι επιχώριοι» 20.

β) Η πράξη αυτή, που ισχυροποιείται ακόμη περισσότερο στά χρόνια της Εικονομαχίας21, συνεχίζεται στους μεταγενέστερους αιώνες.
Έτσι, στην περίπτωση τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, η εις Αγιον αναγνώρισή του δεν περιορίζεται στη θαυμαστή θεολογική προσφορά του ή στην ασκητική βιοτή του, αλλά συγκεκριμένα στα θαύματά του.
Σημειώνει ο μαθητής και βιογράφος του Φιλόθεος Κόκκινος (Οικουμενικός Πατριάρχης, 1354/55, 1364/70):
«...Και στέργω και τιμώ τούτον ως άγιον από των θαυμάτων αυτού, ά μετά την ενθέδε προς Θεόν εκδημίαν ειργάσατο, ιαμάτων πηγήν τον ίδιον αναδείξας τάφον» 22.
γ) Αλλά και μετά την Άλωση συνεχίζεται η ίδια στάση. Παρατηρείται δε επίταση της εμφάσεως στο κριτήριο των θαυμάτων. Έτσι, στην περίπτωση της αγίαςΦιλοθέηςτης Αθηναίας, η πατριαρχική πράξη αναγνωρίσεως της εκκλησιαστικής τιμής της σημειώνει:

«Επειδή της ημών μετριότητος συνοδικώς προκαθημένης εδηλώθη ασφαλώς, ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης [...] ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοίς προσιούσιν ασθενέσι τε και δεομένοις θεραπείας την ίασιν δίδωσιν [...] , έδοξεν ημίν...» 23.
Για τον άγιοΓεράσιμοΚεφαλληνίας, η πατριαρχική πράξη παρατηρεί:
«Και εν τοίς καθ ημάς χρόνοις ευδόκησεν ο Θεός, οσίως θεαρέστως βιώσαντα τον [...] θείον Γεράσιμον, τύπον γενέσθαι τού κατά Χριστόν πολιτεύματος και θείας αρετής χαρακτήρα, ούπερ αι εν βίω αρεταί τε και κατορθώματα, ου μόνον υπ ανθρώπων θαυμάζονται και πανταχού κηρύττονται παρά των ειδότων, αλλά και υπό Θεού πολλώ μάλλον επιβεβαιούνται και επισφραγίζονται καθ εκάστην τοίς θαύμασιν, όσα εις ωφέλειαν των δεομένων και καταφυγόντων εις το θείον αυτού τέμενος η μεγαλόδωρος τού αγαθαρχικού Πνεύματος απεργάζεται χάρις...» 24.
Το ίδιο ίσχυσε και στην περίπτωση τού αγίου Διονυσίου Ζακύνθου25.
δ) Για να έλθουμε δε στην εποχή μας, στην πατριαρχική πράξη ανακηρύξεως τού αγίουΝεκταρίουΑιγίνης, δηλώνεται μεταξύ των άλλων:
«...και ζών δε και μετά θάνατον τού χαρίσματος της των θαυμάτων ενεργείας παρά Θεού αξιωθείς...». Καί: «...υπ όψιν λαβόντες τον άγιον βίον και την αγίαν τελευτήν τού Οσίου τούτου ανδρός, άμα δε και τα δι αυτού ενεργηθέντα και νύν δ έτι ενεργούμενα θαύματα» 26.
Γιά τον όσιο Ευγένιο τον Αιτωλό (1982), η πατριαρχική πράξη αιτιολογεί ως εξής την απόφασή της: «...πολλά δείγματα οσιότητος παρασχών» και «επιδόντες προς την οσίαν και θεάρεστον βιοτήν πολιτείαν και τας εξαιρέτους υπηρεσίας αυτού προς την Μητέρα Εκκλησίαν και την Ορθοδοξίαν» 27.
Είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις, στις οποίες ο λόγος δεν είναι περί θαυμάτων, αλλά περί των υπηρεσιών προς την Εκκλησία. Βέβαια, το περιεχόμενο αυτών των υπηρεσιών πρέπει να σχετίζεται με την παρατήρηση τού ιδίου κειμένου: «συντελέσας τα μάλιστα εν τη αναδείξει πολλών νεομαρτύρων»28.

Πολύ όμως περισσότερο από τις αποδείξεις των «επιστημόνων» τις οποίες επικαλείται η εξ Ελλάδος «γνωμοδότησις» 29, ισχύει, πιστεύουμε, η μαρτυρία τού μοναχού και μαθητού εν ασκήσει τού Οσίου, Αναστασίου Γορδίου: «εγώ δε και προορατικού τούτον ισχυρισαίμην αν μετέχειν χαρίσματος» 30, η οποία όμως παραδόξως απουσιάζει από το πατριαρχικό κείμενο. Η ίδια έμφαση δίνεται στα θαύματα και στην περίπτωση του αγίου Παναγή (Μπασιά)31, τού αγίου Ευσταθίου Θεσσαλονίκης32, αλλά και τού αγίου Μαξίμου τού Γραικού, για τον οποίο το σχετικό έγγραφο-πρόταση τού μακαριστού Άρτης Ιγνατίου προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος σημειώνει: «ανεδείχθη ομολογητής και εδοξάσθη εν θαύμασιν» 33.

5. ΤΟΚΡΙΤΗΡΙΟτης παροχής «εξεχουσών υπηρεσιών» προς την Εκκλησία δεν απομονώνεται ποτέ στην εκκλησιαστική πράξη. Αυτό αποδεικνύει το ασίγητο στόμα της εκκλησιαστικής συνειδήσεως, η ορθόδοξη Λατρεία.
Αντίθετα, και στην περίπτωση αυτή η εκκλησιαστική συνείδηση δεν παύει να αναζητεί την άνωθεν επιβεβαίωση της αγιότητας τού συγκεκριμένου προσώπου. Η χαρακτηριστικότερη παρόμοια περίπτωση είναι ο Μ. Κωνσταντίνος. Σύμφωνα με την υμνογραφία της εορτής του, εκείνο που ουσιαστικά βάρυνε την κατάταξή του μεταξύ των Αγίων είναι η θεοπτική του εμπειρία (το όραμα τού σταυρού), η οποία δήλωνε την εκ μέρους τού Θεού εκλογή του:
«τύπον σταυρού εν ουρανώ κατοπτεύσας..., όθεν δεξάμενος την γνώσιν τού Πνεύματος». Καί «ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος».
Παράλληλα δε προβάλλονται και τα απτά τεκμήρια της αγιότητός του: «ού η λάρναξ ιάσεις βρύει» 34.
Ανάλογα ισχύουν και για την αγία Θεοδώρα, σύζυγο του αυτοκράτορος Θεοφίλου, της οποίας το άφθαρτο ιερό λείψανο είναι τεθησαυρισμένο στον μητροπολιτικό Ναό της Κερκύρας. Η ένταξή της στον χορό των Αγίων δεν στηρίζεται μόνο στη σημαντική φιλορθόδοξη ενέργειά της τού 843, ούτε στά οσιακά τέλη της, αλλά και στην ενοικούσα στο ιερό λείψανό της χάρη, φανέρωση της οποίας είναι η αφθαρσία και τα θαύματά του: «η θήκη, θεόστεπτε, των σών αγίων λειψάνων, πλήρης ούσα χάριτος, καταφλέγει δαίμονας» 35. σημειώνεται στην ακολουθία της.

Είναι δε αξιοπρόσεκτο ότι η πίστη στη φανέρωση της αγιότητας μέσω των θαυμάτων έχει αναπτύξει ιστορικά μια σθεναρά δυναμική στον χώρο της λαϊκής θρησκευτικότητας, η οποία, ως γνωστόν, διασώζει αποτυπωμένα στην ιστορική της μνήμη, αλλά και στις πρακτικές της, πολλά ησυχαστικά στοιχεία. Είναι, έτσι, ευρύτατα διαδεδομένη στον ορθόδοξο λαό η πίστη, ότι «ο Άγιος, αν δεν θαυματουργήσει, δεν δοξολογιέται».
Πρόκειται για παροιμία, η οποία σε διάφορες παραλλαγές απαντά -τόσο στην κυριολεκτική όσο και μεταφορική της σημασία- όχι μόνο στον ελληνικό, αλλά και στους άλλους ορθοδόξους λαούς, όπως ακόμη και στη Δύση, κάτι που βεβαιώνει την αρχαιότητα αυτής της πεποιθήσεως και το βαθύρριζό της36.

6.ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, θα παρατηρήσουμε ότι η αισθητή αλλοίωση των εκκλησιαστικών κριτηρίων στους τελευταίους αιώνες, λόγω των συνεχών και ισχυρών έξωθεν επιρροών, δικαιώνει τη στάση τού Ιεροσολύμων Νεκταρίου στο θέμα της αναγνωρίσεως της αγιότητας. Η θεολογική δε τοποθέτησή του βρίσκει και την απόλυτη κατάφαση τού μεγάλου Ευγενίου Βουλγάρεως.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την παραδοχή της αγιότητας θεωρούν και οι δύο τα θαύματα, «την των σημείων επίδειξιν», εξηγούν δε τον λόγο:
«Καίτοι τοίς πάλαι, ειλικρινέστερον κατά Θεόν πολιτευομένοις, ου πάνυ τούτο αντεξητάζετο, αλλά τοίς καθ ημάς χρόνοις της πονηρίας, ήδη και τα θαύματα παραπλαττούσης και τας αρετάς τη υποκρίσει μάλλον κιβδηλευούσης, και λίαν θηρεύομέν τε και απαιτούμεν και εις κρίσιν καλούμεν» 37.

Με βάση δε αυτή την προϋπόθεση -κυρίως- τόσο ο Πατριάρχης Νεκτάριος, όσο και ο Βούλγαρις, απορρίπτουν τα δυτικά λείψανα, αρνούμενοι συνάμα την ύπαρξη αληθινής αγιότητας στη Δύση μετά το σχίσμα. Αυτό, όμως, τι άλλο σημαίνει παρά άρνηση της δυνατότητας υπάρξεως αγιότητας εκεί, όπου χάνονται τα ορθά κριτήριά της, ο αγιοπνευματικός φωτισμός και η θέωση;



Read more:http://www.egolpion.com/agiotis_marturoymenh.el.aspx#ixzz2nXsUaElH

Περί της πρεσβείας των αγίων

Περί της πρεσβείας των αγίων


Περί της πρεσβείας των αγίων
"ΑΝΤΙΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ ΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ"
 
Δημήτριος Παναγόπουλος
1916-1982
"Εδούλευσεν εις το Ευαγγέλιον" (Φιλιπ.β' 22)

«Ο τιμών Κύριον, τιμά και Άγιον, ο δε ατιμάζων Άγιον, ατιμάζει τον εαυτού Δεσπότην»
(Επιφάνιος εν αίρ. 78. κεφ. 21).


Η ημετέρα Ορθόδοξος Εκκλησία διδάσκει σταθερώς, ότι δυνάμεθα να έχομε την πρεσβεία των Αγίων, δηλαδή να επικαλεσθώμεν τους αγίους, όπως βοηθήσωσιν ημάς και ενισχύσωσι δια των προς τον Ύψιστον δεήσεων αυτών.
Όμως οι «Ευαγγελικοί» επιτίθενται σφοδρότατα εναντίον της διδασκαλίας και της πράξεως ταύτης της ημετέρας Εκκλησίας, θεωρούντες αυτήν, όχι μόνον περιττή και ανωφελή, αλλά και τουτ' αυτό ασεβή, ως εναντιουμένην, δήθεν, εις αυτήν την Αγία Γραφή! Συνιστώμεν την μετά προσοχής μελέτην του κεφαλαίου τούτου, είναι εν εκ των θεμάτων εκείνων, δια των οποίων ζαλίζουσι και παρασύρουσι τα αθώα, αφελή και αμέριμνα θύματα των.
Τα ρητά της Αγ. Γραφής, τα οποία προβάλλουσι προς υποστήριξιν της γνώμης των, είναι κατά σειράν τα εξής εκ της Κ. Διαθήκης:
«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς' άρατε τον ζυγόν μου εφ' υμάς
και μάθετε απ' εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών, ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστίν» (Ματθ. ια' 28-30). Ιδού, λέγουσιν, ότι ο Χριστός καλεί πάντας απ' ευθείας προς Αυτόν και δεν είναι ανάγκη δια μέσου άλλων να έλθωμεν προς Αυτόν.
Εις το ρητόν τούτο δεν πρόκειται περί απαγορεύσεως των Αγίων, αλλά περί γενικής υπό του Σωτήρος Χριστού προσκλήσεως της ανθρωπότητας, όπως εγκαταλείψει την πριν εν τη αγνοία του Θεού αμαρτωλόν κατάστασιν, και έλθη εις θεογνωσίαν, και σωθή δια της προς Αυτόν (τον Σωτήρα Χριστόν) πίστεως, απαλλασσόμενη του βάρους και του μόχθου της αμαρτίας.
Μετά το ανωτέρω ρητόν αναφέρουσι τα εξής του Ευαγ. Ιωάννου: «Και ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματι μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθη ο πατήρ εν τω υιω» (Ιωάν. ιδ' 13).«Εάν μείνητε εν εμοί, και τα ρήματα μου εν υμίν μείνη, ο εάν θέλητε αιτήσασθε, και γεννήσεται υμίν» (Ιωάν. ιε'7)' και τούτο, «Ίνα ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματι μου, δω υμίν» (Ιωάν. ιε' 16). Και πάλιν, «Και εν εκείνη τη ημέρα εμέ ουκ ερωτήσετε ούδέν' αμήν, αμήν λέγω υμίν, ότι, όσα αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δώσει υμίν. Έως άρτι ουκ ητήσατε ουδέν εν τω ονόματί μου' αιτείτε και λήψεσθε, ίνα η χαρά υμών η πεπληρωμένη... Εν εκείνη τη ημέρα εν τω ονόματι μου αιτήσεσθε' και ου λέγω υμίν, ότι εγώ ερωτήσω τον πατέρα περί υμών» (Ιωάν. ιστ' 23, 24, 26). Ιδού, λέγουσι πάλιν, ότι ο Χριστός παραγγέλει εις τους Μαθητάς Του να ζητήσωσιν (απ' ευθείας) εν τω ονόματι Του ο,τι αν θέλωσι παρά του Θεού Πατρός. Αλλ' ότι μεν τούτο είναι αληθές, ουδείς λεγόμενος χριστιανός δύναται να αρνηθεί, άλλ' το ζήτημα είναι, ότι με τα ανωτέρω ρητά δεν απαγορεύεται (τουναντίον δε δι' άλλων ρητών, ως θα ίδωμεν κατωτέρω και υπαγορεύεται) να επικαλεσθώμεν και τας υπέρ ημών προσευχάς των άλλων, και δη των Αγίων και δικαίων. Ιδιαιτέρως δε ο Σωτήρ δια των ανωτέρω λόγων, τους οποίους είπεν ολίγον προ του πάθους Του, ηθέλησε να παρηγόρηση και ενισχύση τους Μαθητάς Αυτού, ότι μετά τον χωρισμόν Του απ' αυτών, ηδύναντο να ζητώσιν ό,τι δήποτε απ' ευθείας παρά του ουρανίου Πατρός εν τω ονόματί Του.

Προβάλλουσι δε και το εξής ρητόν" «Χριστός ο αποθανών, μάλλον δε και εγερθείς, ος και εστίν εν δεξιά του Θεού, ος και εντυγχάνει (παρακαλεί) υπέρ ημών» (Ρωμ. η' 34), Και προς το ρητόν τούτο είναι σύμφωνα και τα εξής δύο της προς Εβραίους επιστολής, «Όθεν και σώζειν εις παντελές δυνατοί τους προσερχόμενους δι' αυτού τω Θεώ, πάντοτε ζών εις το εντυχάνειν (παρακαλείν) υπέρ αυτών» (Έβρ. ζ' 25) και «ου γαρ είς χειροποίητα Αγια εισήλθεν ο Χριστός, αντίτυπα των αληθινών, αλλ' εις αυτόν τον ουρανόν, νυν εμφανισθήναι τω προσώπω του Θεού υπέρ ημών» (Έβρ. θ' 24). Ιδού, λέγουσιν πάλιν, ότι ο Χριστός παρακαλεί υπέρ ημών, και όταν έχωμεν τον Χριστόν παρακαλούντα δι' ημάς, τίνα ανάγκην έχομεν τους άλλους; Δια των δελεαστικών και δήθεν αληθοφανών τούτων λόγων παραπλανώσι τους απλούστερους και αμαθέστερους, τους οποίους τοιουτοτρόπως παρασύρουσιν εις την αίρεσιν και ψευδοδιδασκαλίαν των.
Βεβαίως ημείς δεν αρνούμεθα, ότι ο Κύριος σάρκα λαβών και όμοιος ημίν γενόμενος παρακαλεί ως άνθρωπος υπέρ ημών τον Πατέρα. Άλλ' όπως η αλήθεια και το γεγονός τούτο μαρτυρείτε και διδάσκεται υπό της Αγ. Γραφής, καθ΄όμοιον τρόπον, όπως εν συνεχεία θα ίδωμεν, μαρτυρείτε επίσης και διδάσκεται υπό της Αγ. Γραφής η αλήθεια και το γεγονός, ότι και άλλοι δύνανται να προσεύχονται υπέρ ημών και ότι επομένως ο Θεός θέλει και εγκρίνει την πράξιν ταύτην.
Αλλά το χωρίον εκείνο, το οποίον υπέρ παν άλλο μεταχειρίζονται εναντίον ημών, και το όποιον νομίζουσιν οτι είναι απόρθητον φρούριον και προπύργιον της διδασκαλίας των είναι το εξής: «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, Άνθρωπος Χριστός Ιησούς, ο δούς εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων» (Α' Τιμ. ρ' 5). Ιδού, λέγουσιν, ανακράξοντες εν αλαλαγμώ ιδού, ότι μεταξύ Θεού και ανθρώπων ουδείς εισχωρεί ει μη μόνον ο Χριστός, διότι είναι ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων.
Το θαυμάσιον όμως τούτο ρητόν, το όποιον φοβερά διαστρέφουσι και παρερμηνεύουσιν, εκφράζει μόνον την θείαν άλήθειαν, ότι η σωτηρία του ανθρώπου ηδύνατο να γίνη και έγινε μόνον δια του Σωτήρος Χριστου, όστις ως θεάνθρωπος είναι ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο μόνος συμφιλιωτής και ειρηνοποιός Θεού και ανθρώπων, των μεν ανθρώπων αποστάντων του Θεού δια της αμαρτίας, του δε Θεού πάλιν αποστραφέντος αυτούς δι' αυτήν' και το έργον τούτο ήτο αδύνατον να επιτέλεση, ούτε άγγελος ούτε άνθρωπος οιοσδήποτε, άλλα μόνον ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ως θεάνθρωπος, ως Θεός μεν έχων σχέσιν προς τον Θεόν Πατέρα, ως άνθρωπος δε προς ημάς, και υπ' αυτήν την έννοιαν βεβαίως είναι και παραμένει ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων.
Αυτή και μόνη η υπέροχος έννοια είναι η σημασία τούτου του στίχου, και η έννοια αυτή ουδόλως παρακωλύει το να εύχεται τις υπέρ άλλων ή να προκαλέση τας ευχάς άλλων υπέρ εαυτού, και επειδή, ως είπομεν τα ανωτέρω, την πράξιν ταύτην εγκρίνει και θέλει ο Θεός, δια τούτο ουδαμώς προσκρούει αυτή εις το μέγιστον έργον της μεσιτείας του Κυρίου. Αλλ' ας παρακολουθήσωμεν την περί του ζητήματος τούτου διδασκαλίαν της Αγ. Γραφής, η οποία και το θέλημα του Θεού αποκαλύπτει, και κατ' ακολουθίαν και την αλήθειαν της πράξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποδεικνύει.

Εν τη Π.Διαθήκη βλέπομεν, ότι οι Άγιοι και δίκαιοι έχουσι μεγάλην ισχύν και χάριν παρά τω Θεώ.
 Προσεύχεται ο Αβραάμ προς τον Θεόν υπέρ του Αβιμέλεχ, βασιλέως Γεράρων, και ο Θεός θεραπεύει αυτόν και την γυναίκα αυτού και τας δούλας αυτού (Γεν. κ' 7 και 17).
Επίσης εν τη Εξόδω, ότι ο Φαραώ παρακαλεί τον Μωϋσήν να προσευχηθή εις τον Θεόν, ίνα παρέλθη η κυνομυΐα, και πράγματι προσεύχεται ο Μωϋσής και παρέρχεται η κυνομυΐα (Εξοδ. η' 17-18)' επίσης εξαιτείται τας προσευχάς του Μωϋσέως και του Ααρών δια να παύσωσιν αι φωναί του Θεού, η χάλαζα και το πυρ (Εξοδ. θ' 28-29).
 Αμαρτάνει ο Ιουδαϊκός λαός αμαρτία μεγάλην ενώπιον του Κυρίου δια της κατασκευής του χρυσού μόσχου και της μεταπτώσεως αυτού εις την ειδωλολατρείαν, οργίζεται ο Κύριος σφόδρα και θέλει να εκτρίψη αυτόν, επεμβαίνει ο Μωϋσής και εξιλεώνει τον Κύριον υπέρ του λαού (Εξοδ. λβ' 1-14). Επίσης γογγύζει ο λαός πονηρά εναντίον του Κυρίου, οργίζεται ο Κύριος και στέλλει πυρ κατ' αυτού, και λαός κράζει προς τον Μωϋσήν, και ούτος εύχεται προς τον Κύριον και κοπάζει το πυρ (Αριθ, ια' 2).

Βλέπομεν επίσης να παρακαλή ο λαός τον Σαμουήλ να εύχεται προς Κύριον, και εύχεται και εισακούει αυτού ο Κύριος (Α' Βασ. ζ' 8-9' πρβλ. και ιβ' 19' και Γ' Βασιλ. ιγ' 4-6).
Και εν τω βιβλίω του Ιώβ βλέπομεν, οτι οι προς αυτόν αμαρτήσαντες τρεις φίλοι του ελύθησαν της αμαρτίας δια των ευχών του Ιώβ και χάριν αυτού. (Ιώβ μβ' 7-9).
Χαρακτηριστικώτατον είναι το εξης ρητόν του Προφήτου Ιεζεκιήλ. «Και εζήτουν εξ αυτών άνδρα αναστρεφόμενων ορθώς, και εστώτα προ προσώπου μου ολοσχερώς εν τω καιρώ της οργής, του μη εις τέλος εξαλείψαι αυτήν, και ούχ εύρον» (Ίεζ. κβ' 30). Δια των λόγων τούτων αποδεικνύεται προφανώς, ότι Αυτός ο Θεός ήθελε να ίσταται και να προσεύχηται ενώπιον Του ανήρ δίκαιος και άδολος, ίνα μη εξάλειψη εντελώς την πόλιν Ιερουσαλήμ. Και ποιος δεν βλέπει δι΄ όλων τούτων των ανωτέρω την μεγάλην δύναμιν και χάριν των Αγίων παρά τω Θεώ, και ποιος δεν βλέπει οφθαλμοφανώς εκτελούμενο το λεγόμενον υπό του αδελφοθέου Ιακώβου, ότι «Πολύ Ισχύει δέησις δικαίου ενεργούμενη» (Ίακ. ε' 16). Όταν παρουσιάζωμεν ολας αυτάς τας μαρτυρίας εις τους «Ευαγγελικούς» κ.λ.π. γνωρίζετε τι απαντούν; Ότι αυταί είναι μαρτυρίαι της Π. Διαθήκης και ότι εν τη Κ. Διαθήκη ο Χριστός θέλει να υπάγωμεν απ' ευθείας προς Αυτόν.
Ας ίδωμεν όμως και την διδασκαλίαν της Κ.Δ. περί του ζητήματος τούτου.

Εις τας Πράξεις των Αποστόλων αναγινώσκομεν: «Ο μεν ούν Πέτρος ετηρείτο εν τη φυλακή' προσευχή δε ην εκτενής γενομένη υπό της Εκκλησίας προς τον Θεόν υπέρ αυτού» (Πράξ. ιβ' 5). Εν τω χωρίω τούτω βλέπομεν, ότι οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων, αν και εγνώριζον, ότι ο Πέτρος ως Απόστολος είχε μέγα θάρρος δια του Σωτήρας Χριστου προς τον Θεόν Πατέρα, εν τούτοις έκαμαν δι' αυτόν, ευρισκόμενον εν τη φυλακή, εκτενείς προσευχάς προς τον Θεόν.
Ο Απόστ. Παύλος γράφει" «Παρακαλώ ούν πρώτον πάντων ποιείσθαι δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις, ευχαριστίας υπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων...» (Α' Τιμ. β' 1-2) και προσθέτει: «Τούτο γαρ καλόν και αποδεκτόν ενώπιον του Σωτήρος ημών Θεού...» (στ' 3). Ιδού σαφέστατη η διδασκαλία της Κ.Δ., ότι δυνάμεθα και πρέπει να προσευχώμεθα υπέρ πάντων ανθρώπων, και ότι τούτο είναι καλόν και αποδεκτόν ενώπιον του Θεού. Και οι θαυμάσιοι ούτοι λόγοι του Αποστ. Παύλου είναι κατά δύο μόνον στίχους προ του περίφημου εκείνου στίχου, «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης κ. λ. π.» τον οποίον είδομεν ανωτέρω πώς παραμορφώνουσι και διαστρεβλώνωσι, και επειδή βεβαίως ο Αποστ. Παύλος γνωρίζει πολύ καλά τι λέγει, και δεν φάσκει και αντιφάσκει προς εαυτόν, εξάγεται ασφαλές το συμπέρασμα, ότι οι «Ευαγγελικοί» κ.λ.π. παραπαίουσι.

Προσέτι ο Απόστ. Παύλος μάρτυρα επικαλείται τον Θεόν, ότι αδιαλείπτως ενθυμείτε τους πιστούς εν ταις προσευχές του (Ρωμ. α' 9-10, Έφεσ. α' 16, Πρβλ. και Φιλ. α' 3-4, Κολ. α' 3, Α' θεσ. α' 2). Όχι δε μόνον τους άλλους ενθυμείτε εις τας προσευχάς του, αλλά ο μέγιστος αυτός Απόστολος παρακαλεί άλλους να προσεύχωνται υπέρ αυτού, διό λέγει: «Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και δια της αγάπης του Πνεύματος, συναγωνίσασθαί μοι εν ταις προσευχαίς υπέρ εμού προς τον Θεόν» (Ρωμ. ιε' 30), και «συνυπουργούντων και υμών υπέρ ημών τη δεήσει» (Β' Κορ. α' 11)' και πάλιν' «Αδελφοί, προσεύχεσθε περί ημών» (Α' θεσ. ε' 25) και αλλαχού' «Το λοιπόν προσεύχεστε, αδελφοί περί ημών. Ίνα ο λόγος του Κυρίου τρέχη και δοξάζηται» (Β' θεσ. γ' 1, Πρβλ. Έφεσ. στ' 18-19)' και πάλιν' «Προσευχόμενοι άμα και περί ημών, ίνα ό Θεός άνοιξη ημίν θύραν του λόγου» (Κολ. δ' 3, Πρβλ. Έβρ. ιγ' 18-19).
Εντραπήτωσαν λοιπόν οι λεγόμενοι «Ευαγγελικοί» και λοιποί, αλλά και μαθέτωσαν την αλήθεια, ότι επιτρέπει και θέλει ο Θεός να επικαλεσθώμεν τας προσευχάς των άλλων και ότι η πράξις αυτή δεν εναντιούται εις την μεσιτείαν του Σωτήρος και την υπέρ ημών πρεσβείαν Αυτού, διότι άλλως, ούτε θα προσηύχετο δια τους άλλους, ούτε θα έζήτη επιμόνως και τας υπέρ αυτού προσευχάς των αλλων αυτός ο Απόστ. Παύλος, ο λεπτότατος ερμηνευτής του περιεχομένου της Χριστιανικής θρησκείας, ούτε δε και η Εκκλησία ολόκληρος θα προσηύχετο υπέρ του Πέτρου, ευρισκομένου εν τη φυλακή.

Εάν δε ο Κύριος, αγωνιζόμενος αγωνιωδώς προ του πάθους Του εν τω κήπω της Γεσθημανή και επικαλούμενος τον Πατέρα, έλαβε ενίσχυσιν και εγκαρδίωσιν δι' αγγέλου, «ώφθη δε Αυτώ άγγελος απ' ουρανού ενισχύων αυτόν» (Λουκ. κβ' 43), πόσω μάλλον έχομε ημείς ανάγκην ενισχύσεως δια των πρεσβειών των Αγίων, και μάλιστα, όταν η πράξις αυτή υποδεικνύηται παρ' Αυτού του Θεού;

Η πέτρα πιεζόμενη δύναται να διαρραγή, η διάνοια όμως των «Ευαγγελικών» και Ιεχωβάδων δεν δύναται να μεταπεισθή, διότι και μετά την ανωτέρω ανάπτυξιν απαθέστατα απαντούν. Μάλιστα, όλα όσα ανωτέρω ελέχθησαν είναι αληθή και ευαγγελικά και ημείς προσευχόμεθα υπέρ αλλήλων'δεν επικαλούμεθα όμως τους Αγίους, διότι αυτοί ήδη απέθαναν και δεν υπάρχουσι πλέον, και δεν δυνάμεθα να τους επικαλεσθώμεν εις τας προσευχάς ημών.

Αλλ' η τοιαύτη απάντηση είναι βλάσφημος, διότι γνωρίζουσι το ρηθέν υπό του Θεού, «Εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ και ό Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ ουκ εστίν ο Θεός Θεός νεκρών αλλά ζώντων» (Ματθ. κβ' 32, Μαρκ. ιβ' 26-27, Λουκ. κβ' 37 -39). Γνωρίζουσιν, ότι ο Κύριος λέγει, «Αμήν αμήν λέγω υμίν, ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν»(Ίωαν. ε,' 14)' και «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται, και πάς ο ζών και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ίωάν. ια' 26)' επομένως και οι Άγιοι ζώσιν ενώπιον του Κυρίου.

Οι ανωτέρω λοιπόν λόγοι των «Ευαγγελικών» είναι προσποιητοί και ανάξιοι αυτών, διότι γνωρίζουσιν, ότι οι Άγιοι καν αποθάνωσι ζήσονται. Αλλά πρώτου προχωρήσωμεν και εις τας σχετικάς προς την άποψιν ταύτην σαφείς και λαμπρές μαρτυρίες της Αγ. Γραφής λέγομεν προς αυτούς, ότι οι Άγιοι του Θεού ευρισκόμενοι ακόμη εν σώματι κατόρθωνον, δια θείου βεβαίως φωτισμού, δια του Αγίου Πνεύματος, να διεισδύουν εις τας καρδίας των ανθρώπων.
Ο Απόστ. Πέτρος π.χ. διείσδησεν εις την καρδίαν του Ανανίου και τον απεκάλυψε ότι ψεύδεται (Πράξ. ε' 3). Είχαν το δώρο να γνωρίζωσι συμβάντα, τα όποια εγένοντο μακράν αυτών, ως ο προφήτης Ελισαίος εγνώρισεν, ότι ο υπηρέτης του Γιεζί έλαβε δώρα παρά του Σύρου Νεεμάν, τον οποίον λεπρόν οντά, αυτός είχε θεραπεύσει (Δ' Βασιλ. στ' 26-27). Μαρτυρεί επίσης η Αγ. Γραφή, ότι οι Άγιοι ευρισκόμενοι επί της γης εισανέβαινον εις τον ουράνιο κόσμον, και άλλοι μεν τούτων είδαν αγγέλους, ως ο Ιακώβ (Γεν. λβ' 1), ο Ησαΐας (Ήσ. στ' 1-5), άλλοι δε ηρπάγησαν μέχρι τρίτου ουρανού και ήκουσαν άρρητα ρήματα, ως ο Απόστ. Παύλος (Β' Κορ. ιβ' 2-4).

Αλλ' εάν οι Άγιοι, εν όσω ήσαν επί της γης κατόρθωσαν, θεία χάριτι, τοιαύτα θαυμαστά έργα, δύσκολον είναι, άρα γε, ευρισκόμενοι εν ουρανώ, και επομένως απηλλαγμένοι των εμποδίων της σαρκός, να λάβωσι πάλιν γνώσιν των συμβαινόντων επί της γης; Βεβαίως ναι. Εν τη Αγ. Γραφή υπάρχει μαρτυρία σαφέστατη, κατά την οποίαν Αυτός ο Θεός δίδει απ' ευθείας απόδειξιν, όχι μόνον ότι απελθόντες εκ του κόσμου τούτου, και μάλιστα προ πολλού, δύναται να πρεσβεύωσιν υπέρ ζώντων, άλλ' ότι και θέλει την τοιαύτην πρεσβείαν.
Η μαρτυρία αυτή είναι η εξής: «Εάν στη Μωϋσής και Σαμουήλ προ προσώπου μου, ουκ εστίν η ψυχή μου προς αυτούς» (Ιερεμ. ιε' 1). Τους λόγους τούτους είπεν ο Κύριος εις τον Προφήτην Ιερεμία και έδειξε δια τούτων, ότιο Μωϋσής και ο Σαμουήλ προ πολλού αποθανόντες ηδύναντο να πρεσβεύωσι,να παρακαλέσωσιν υπέρ των Ιουδαίων. Άλλα και ο Κύριος εν τοις Ευαγγελίοις μας αποκαλύπτει, ότι υπάρχει αδιάκοπος επικοινωνία μεταξύ του αοράτου και ορατού κόσμου, μεταξύ του ουρανού και της γης. Και παρά μεν τω Ματθαίω λέγει; «Οράτε μη καταφρονήσητε ενός των μικρών τούτω ν' λέγω γαρ υμίν, ότι οι άγγελοι αυτών εν τοις ουρανοίς δια παντός βλέπουσι το πρόσωπον του πατρός μου του εν ουρανοίς»(Ματθ. ιη' 10). Άλλ' εάν οι άγγελοι παρακολουθώσι και τα εις μικρόν τίνα αδελφόν συμβαίνοντα και καθιστώσι ταύτα γνωστά εν τω ουρανώ, πόσω μάλλον θ' αναφέρει τα εις ολόκληρον την οικουμένην συμβαίνοντα παρά λαών ολοκλήρων, επικαλουμένων αυτούς τε τους αγγέλους και τους ισαξίους αυτών αγίους του Θεού, ίνα και ούτοι προσεύχωνται υπέρ αυτών; Παρά δε τω Ευαγγελιστή Λουκά λέγει" «Χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ, ιε' 10). Βεβαίως και την μετάνοιαν ταύτην του αμαρτωλού αναγγέλλουσιν εις τα εν ουρανοίς τάγματα των αγγέλων του Θεού οι παρακολουθούντες τον αμαρτωλόν άγγελοι, άλλ' αν απαγγέλλουσι την πράξιν ταύτην πώσω μάλλον τας επικλήσεις των χριστιανών, οίτινες κατά το παράδειγμα του Αποστ. Παύλου (Ρωμ. ιε' 30) παρακαλούσιν, ίνα οι τε άγγελοι και άγιοι συναγωνίζωνται μετ' αυτών εν ταις προς τον Θεόν προσευχές.

Αλλ' ο Σωτήρ δια της παραβολής του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου (Λουκ. ιστ' 19-31) απεκάλυψε, ότι και αυτοί οι Άγιοι έχουσιν επίγνωσιν των εν τω κοσμώ γινομένων διότι εν τη παραβολή ταύτη βλέπομεν, ότι ο Πατριάρχης Αβραάμ απαντών εις την αίτησιν του πλουσίου, ίνα πέμψη τον Λάζαρον εις τους εν τω κοσμώ αδελφούς του λέγει, ότι. «Έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας, ακουσάτωσαν αυτών». Και βεβαίως, καθ' ον τρόπον ο Αβραάμ έλαβε γνώσιν της μετ' αυτών υπάρξεως εν τω κόσμω του Μωϋσέως και των προφητών, κατ' αυτόν τον τρόπον και οι Άγιοι λαμβάνουσι γνώσιν των εν τω κόσμω γινομένων και μάλιστα των προς αυτούς επικλήσεων των εν πίστει αδελφών αυτών.

Αλλ' αν δεν αρκούσιν εις τους «Ευαγγελικούς» κλπ. αι ανωτέρω μαρτυρίες , ιδού το θειότατον βιβλίον της Αποκαλύψεως, εξαφανίζον πάσαν οιανδήποτε αμφιβολία, διότι εν αύτη αναγινώσκομεν ότι: «Τα τέσσερα ζώα και οι είκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι έπεσαν ενώπιον του αρνιού, έχοντες έκαστος κιθάραν και φιάλες χρυσάς γεμούσας θυμιαμάτων, αι εισίν αι προσευχαί των αγίων» (Αποκ. ε' 8). Οσονδήποτε αλληγορικός και αν ερμηνευθώσι «Τα τέσσαρα ζώα και οι είκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι», γεγονός αναντίρρητο μένει, ότι οι εν ουρανοίς ευρισκόμενοι Άγιοι προσεύχονται, και ότι αι προσευχαί αυτών βεβαίως αποβλέπουσιν εις ημάς τους επί της γης αδελφούς των.

Έτερον χωρίον της Αποκαλύψεως έχει ως εξής; «Και ότε ήνοιξε την πέμπτην σφραγίδα, είδον υποκάτω του θυσιαστηρίου τας ψυχάς των εσφαγμένων δια τον Λόγον του Θεού και δια την μαρτυρίαν του αρνίου ην είχον' και έκραξαν φωνή μεγάλη λέγοντες' Έως πότε, ο Δεσπότης ο Άγιος και αληθινός, ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών εκ των κατοικούντων επί της γης;» (Αποκ. στ' 9-10). Και ενταύθα μένει αναντίρρητο το γεγονός, ότι αι ψυχαί των εσφαγμένων δια τον λόγον του Θεού προσεύχονται ζητούσαι κρίσιν και δικαιοσύνην.
Αλλ' ιδού και άλλη μαρτυρία: «Και άλλος άγγελος ήλθε και εστάθη επί του θυσιαστηρίου έχων λιβανωτόν χρυσούν, και εδόθη αυτώ θυμιάματα πολλά, ίνα δώση ταις προσευχαίς των αγίων πάντων επί το θυσιαστήριον το χρυσούν το ενώπιον του θρόνου' και ανέβη ο καπνός των θυμιαμάτων ταις προσευχαίς των αγίων εκ χειρός του αγγέλου ενώπιον του Θεού» (Αποκ. η' 3-4). Ενταύθα μας αποκαλύπτεται και έτερον γεγονός, ότι δηλαδή, όχι μόνον οι Άγιοι εν τω ουρανώ προσεύχονται, άλλ' ότι και προσάγονται αι προσευχαί αυτών ενώπιον του Θεού δι' Αγγέλων.

Τάς δυνατάς αυτάς μαρτυρίας, περί του ότι οι Άγιοι εν ουρανώ, προσεύχονται υπέρ των επί της γης αδελφών των, «οι Ευαγγελικοί» δεν κατορθώνουν εύκολα ν' αποφύγωσι και κάπως κάμπτονται προ αυτών' δια να μη αναγκάζονται δε να ομολογώσι την αλήθειαν, διότι εντρέπονται, καταφεύγουν εις μωράς και ανόητους δοξασίας, Λέγουσι δηλ. ότι, ναι μεν μπορεί να είναι αληθής η πρεσβεία των Αγίων, άλλ' ημείς οι ορθόδοξοι κάμνομεν κατάχρησιν ταύτης, διότι αποτεινόμενοι προς την θεοτόκον λέγομεν: «Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, μήτερ του Θεού...» κ.λ.π. ενώ εις μόνον τον Θεόν πρέπει να ελπίζωμεν.
 Και ότι μεν εις μόνον τον Θεόν πρέπει να ελπίζωμεν και ελπίζομεν πράγματι, περί τούτου δεν αμφιβάλλουσι ούτε οι «Ευαγγελικοί» αλλά θέλοντες να καλύψωσι την τεραστίαν πλάνην των εκμεταλλεύονται, δήθεν εις βάρος μας, την ανωτέρω φράσιν, «Την πάσαν ελπίδα μου κλπ.», ενώ πράγματι αποδεικνύουσι το πείσμα των.
Διότι, αφού άπαξ ο Πανάγαθος Θεός επιτρέπει, καθώς μας διδάσκει η Αγ. Γραφή, οι εν ουρανώ θριαμβεύοντες να προσεύχονται υπέρ ημών των επί της γης, τότε βεβαίως δεν είναι εναντίον της διδασκαλίας ταύτης το να ειπεί ο χριστιανός, ότι: «Παναγία μου, αυτό το όποιον ζητώ και παρακαλώ, έχω την πάσα ελπίδα, ότι και Συ θα με βοηθήσεις δια των στοργικών μητρικών Σου ευχών και θα το επιτύχω παρά του Υιού Σου και Θεού ημών» διότι αυτή είναι η αληθής έννοια του τροπαρίου τούτου.
Αλλά μήπως και ο Απόστολος των εθνών Παύλος, γράφων προς τους θεσσαλονικείς δεν τους αποκαλεί ελπίδα του, και όχι μόνον ελπίδα του, αλλά και χαρά του και στέφανον καυχήσεως δια των έξης: «Τις γαρ ημών ελπίς ή χαρά ή στέφανος καυχήσεως, ή ουχί και ημείς έμπροσθεν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εν τη αυτού παρουσία;» (Α' θεσσαλ. β' 19), ενώ γνωρίζουν, ότι και ελπίς μας και χαρά μας και ο,τι υψηλότερο και ανώτερο και τελειότερο επιποθεί η ψυχή μας ευρίσκεται εν Αυτώ τω Παντοκράτορι και ΙΙαντοδυνάμω Θεώ;
 Και όπως ο Απόστ. Παύλος ηδύνατο να πει, ότι οι θεσσαλονικείς, διότι εκήρυξεν εις αυτούς το Ευαγγέλιο ,ήσαν ελπίς του και η χαρά του και ο στέφανος της καυχήσεως του εν παρουσία του Σωτήρος Χριστού, τοιουτοτρόπως και ημείς δυνάμεθα, γνωρίζοντες το μητρικόν ενδιαφέρον και τα μητρικά σπλάγχνα της Πανάγνου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, και την παρρησίαν Αυτής ενώπιον του Υιού της και Θεού ημών, δυνάμεθα, λέγω να εκφράσωμεν προς Αυτήν την πάσα ελπίδα μας, ότι θα φέρη τας προσευχάς μας ενώπιον του σωτήρος Χριστού και θα ζήτηση παρ' Αυτού να σώση τας ψυχάς ημών.
Ιδού μετά πόσης ακριβείας και ειλικρίνειας αποδεικνύεται η πλάνη των και καταπίπτουσι τα επιχειρήματα των και εις την απόδειξιν ταύτης της πλάνης υψούται και υπερυψούται η αλήθεια, και λάμπει το μεγαλείο της Ορθοδοξίας, και αποδεικνύεται αληθέστατο το δόγμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η πρεσβεία των Αγίων, την οποίαν μεταχειρίζεται και εφαρμόζει συμφώνως προς τον τρόπον, τας υποδείξεις και εκ μαρτυρίας του αιωνίου κώδικος της ζωής των ανθρώπων, του λόγου του Θεού, της Αγ. Γραφής και δι' αυτό ας προσέχουν πολύ οι ημέτεροι.

 οι Άγιοι Πατέρες περί των Αγίων


«Ο τιμών Κύριον, τιμά και Άγιον, ο δε ατιμάζων Άγιον, ατιμάζει τον εαυτού Δεσπότην»
 (Επιφάνιος εν αίρ. 78. κεφ. 21).
 

«Η γαρ προς τους εύνους, των ομοδούλων διάθεσις την αναφοράν προς τον Δεσπότην εχει, ω δεδουλεύκασι και ο τους δια πίστιν ηθληκότας τιμών, δηλόν έστι πολλής αρετής έχει την μαρτυρίαν»
(Μ. Βασίλειος Επιστ. 197, 2).


«Ουκ ηδέσθης τα υπέρ Χριστου σφάγια, ουδέ εφοβήθης τους μεγάλους αγωνιστάς; Τον Ιωάννην εκείνον, τον Πέτρον, τον Παύλον, τον Ιάκωβον, τον Στέφανον, τον Λουκάν, τον Ανδρέαν, την Θέκλαν, τους έπ' εκείνοις τε και προ εκείνων της αληθείας προκινδυνεύσαντας; οι πυρί και σιδήρω και θηρσί και τυράννοις προθύμως αντηγωνίσαντο; Και παρούσι κακοίς και απειλουμένοις, ώσπερ εν αλλοτρίοις σώμασιν, ή ασώματοι; Τίνος ένεκεν; ίνα μη προδώσι μηδέ μέχρι ρήματος την ευσέβειαν' ων αι μεγάλοι τιμαί και πανηγύρεις παρ' ων δαίμονες ελαύνονται και νόσοι θεραπεύονται ων αι επιφάνειαι και ων αι προρρήσεις' ων και τα σώματα μόνον ίσα δύνανται ταις αγίαις ψυχαις, ή επαφώμενα ή τιμώμενα, ων και ρανίδες αίματος μόνον, και μικρά σύμβολα πάθους ίσα δρώσι τοις σώμασι. Ταύτα ου σέβεις άλλ' ατιμάζεις;»
(Γρηγόριος Ναζιανζηνός κατά Ιουλιανού, στηλιτ. Α' τόμος α' σελ. 76-77).
 

«Δέχομαι και τους Αγίους Αποστόλους, προφήτας και μάρτυρας και εις την προς Θεόν ικεσίαν τούτους επικαλούμαι, του δι' αυτών, ήγουν δια της μεσιτείας αυτών, ίλεον μοι γενέσθαι τον φιλάνθρωπον Θεόν, και λύτρον μοι των πταισμάτων γενέσθαι, και δοθήναι»
 (Μ. Βασίλ. Έπιστ. τξ' προς Ίουλιανόν παραβάτην).


Ο δε θείος Χρυσόστομος μαρτυρεί την αδιάσπαστο ενότητα και αδιάλειπτο κοινωνίαν της επί της γης στρατευόμενης προς την εν ουρανώ θριαμβεύουσαν Εκκλησία, επικαλούμενος εν λόγω Μελέτιον τον Αντιοχείας να συμμετάσχη και ούτος (ο Μελέτιος) των ευχών της επί της γης Εκκλησίας λέγων:
 «Ευξόμεθα δε, κοινή πάντες άρχοντες και αρχόμενοι, άνδρες και γυναίκες, πρεσβύτεροι και νέοι, δούλοι και ελεύθεροι αυτόν τον Μελέτιον κοινωνόν της ευχής ταύτης λαβόντες...»
(Τόμ. β' σελ. 619).
 

Αυτός ούτος ο Ιερός Πατήρ επικαλείται εις πρεσβείαν την Μητέρα του Κυρίου λέγων: «...ου λείπει τω Θεώ, Δεβώρα, ου λείπει τω Θεώ Ιαήλ, έχομεν γαρ και ημείς την Αγίαν Παρθένον και Θεοτόκον Μαρίαν πρεσβεύουσαν υπέρ ημών, ει γαρ η τυχούσα γυνή ενίκησε, πόσω μάλλον η του Χριστού Μητέρα καταισχυνεί τους εχθρούς της αληθείας;»
(Λόγος περί του χρησίμως τας προφητείας ασαφείς είναι).
 

Αλλα και αυτός ακόμη ο Ωριγένης λέγει: «Αι ψυχαί των πεπελεκυσμένων, ένεκα της μαρτυρίας του Ιησού, μη μάτην τω εν ουρανοίς θυσιαστηρίω προσεδρεύουσαι, διακονούσι τοις ευχομένοις άφεσιν αμαρτημάτων»
 (Προτρεπτ. εις μαρτύριον § 30 βλ. και § 50).


«Προσκυνήσω μεν και λατρεύσωμεν μόνω τω κτίστη και δημιουργώ, ως φύσει προσκυνητώ Θεώ. Προσκυνήσωμεν και τη αγία Θεοτόκω, ούχ ως Θεόν, άλλ' ως Μητρί Θεού κατά σάρκα. Έτι προσκυνήσωμεν και τοις αγίοις, ως εκλεκτοίς φίλοις Θεού, και την προς αυτόν κεκτημένοις παρρησίαν»
(Ιωάννης Δαμασκηνός).


Read more:http://www.egolpion.com/6EAEE565.el.aspx#ixzz2nXs6rGfm