Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019

Ιησούς Χριστός: "Ο Ων και ο ην και ο ερχόμενος"





            Η κατανόηση της Αγ. Γραφής δεν είναι δυνατή με μόνη τη λογική όραση. Η γνωστική ικανότητα χωρίς το φωτισμό του Αγ. Πνεύματος δεν μπορεί να συλλάβει το βαθύτερο νόημα της Βίβλου. Η Εκκλησία ερμήνευσε το περιφραστικό όνομα του Τριαδικού Θεού που είναι « Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος», που το συναντάμε στην αποκάλυψη πέντε φορές πλήρως ή ελλιπώς.
            Στην αποκάλυψη διαβάσουμε: « εγώ είμι το Α και το Ω», λέγει ο Κύριος και Θεός, που αληθινά υπάρχει και   υπήρχε και θα έλθει, ο Παντοκράτωρ. Το χωρίο αυτό μας φέρνει στο νου τν πραγματικότητα του χρόνου μαζί με τα συνθετικά του στοιχεία-παρελθών, παρόν και μέλλον, τα οποία νοούνται επαρκώς  στην αμοιβαία τους σχέση. Γι’ αυτό και η σημασία ενός γεγονότος δεν μέσα στο χωροχρόνο δεν εξαρτάται μόνο από την αναλυτική εκτίμηση που θα πραγματοποιήσουμε σήμερα, αλλά και από τη σχέση που θα εκφέρει ένα διαρκώς ερχόμενο μέλλον. Μπορούμε να πούμε ότι ο χρόνος κρίνει. Αυτός είναι και ο νόμος της χρονικά σχετικής αντίληψης των φαινομένων, που ισχύει μόνο για τον άνθρωπο και όχι για το Θεό, που είναι έξω από το χρόνο.
            Ο Τριαδικός Θεός είναι ο απόλυτα υπάρχων. Είναι χωρίς αρχή και τέλος, άχρονος, χωρίς καμία μεταβολή. Ο Θεός που ενώπιον Του όλα είναι ένα αιώνιο παρόν, για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ότι είναι ο απόλυτα Κύριος του ανθρώπινου χρόνου και του σύμπαντος, έδωσε σε μας το περιφραστικό αυτό όνομα.
            Αυτή η αιώνια παρουσία του Θεού ως όντος, νυν και πριν και ερχομένου, είναι οντολογικά και υπαρξιακά τυπωμένη στην ψυχική αίσθηση του ανθρώπου. Είναι περιεκτικό συστατικό του « κατ’ εικόνα», που μας ωθεί δυναμικά προς το καθ’ ομοίωσιν». Κάποιος γράφει: « μέσα στην Εκκλησία μπορούμε να μεταβάλλουμε το παρελθόν μας. Είναι δυνατό να γυρίσουμε πίσω και να σβήσουμε όσα δεν μας αρέσουν. Όπως έχουμε και τη δυνατότατα να διεισδύσουμε στο μέλλον, να το επηρεάζουμε και να το προγνωρίζουμε. Και αυτά τα παράδοξα γίνονται δια του Θεού, που είναι πάνω από το χρόνο».
            Πράγματι με τη δύναμη της προσευχής έχουμε τη δυνατότητα παρέμβασης και στα μελλοντικά γεγονότα. Πολλού άγιοι έβλεπαν καθαρά το μέλλον, σαν να ήταν παρόν.
            Με τη χάρη όμως του Θεού αλλάζει και το παρελθόν!
            Άφεση αμαρτιών σημαίνει ριζική μεταβολή του παρελθόντος, αναπαύσει της ψυχής, νέο παρόν, ελπίδα σωτηρίας για το μέλλον.
            Το αιώνιο παρόν του Θεού η ανθρώπινη διάνοια δεν μπορεί να το συλλάβει, να το επεξεργασθεί, να το κατανοήσει.
            Από αγάπη και κατά συγκατάβαση σαρκώθηκε ο Λόγος και μπήκε στο Χρόνο. Έτσι το αιώνιο παρόν του Θεού κάλυψε σωτηριολογικά το παρόν και το μέλλον της ανθρώπινης φύσης.
            Ο φιλάνθρωπος Τριαδικός Θεός αγκάλιασε την ανθρωπότητα ως ο Ων και η ΗΝ και ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ.

Πριν γείνη ο Αβραάμ, εγώ είμαι




«Είπε προς αυτούς ο Ιησούς· Αληθώς, αληθώς σας λέγω· Πριν γείνη ο Αβραάμ, εγώ είμαι» (Ιωάν.η:58)

Το εδάφιο αυτό στο κριτικό κείμενο, είναι ως εξής: «εἶπεν αὐτοῖς Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ΕΓΩ ΕΙΜΙ».

Είναι αλήθεια, ότι ο Χριστός εδώ φανερώνει τη θεότητα που κατοικούσε και κατοικεί μέσα Του, διότι λέει «πριν γίνει ο Αβραάμ, ΕΓΩ ΕΙΜΙ». Δεν λέει πριν γίνει ο Αβραάμ «εγώ ήμουν», αλλά «ΕΓΩ ΕΙΜΙ», που φανερώνει την ύπαρξη Του πέρα από το χρόνο, ότι ήταν είναι και θα είναι, υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει.

Όμως δεν είναι πρώτη φορά που συναντάμε το «ΕΓΩ ΕΙΜΙ» μέσα στο λόγο του Θεού. Στο ίδιο κεφάλαιο, ο Χριστός το επαναλαμβάνει με την ίδια έννοια στο εδ.12 «...ΕΓΩ ΕΙΜΙ το φως του κόσμου».


Στο εδ.24, «...διότι εάν δεν πιστεύσητε ότι ΕΓΩ ΕΙΜΙ θέλετε αποθάνει εν ταις αμαρτίαις υμών».


Στα επόμενα κεφάλαια ο Κύριος συνέχισε το μεγάλο αυτό «ΕΓΩ ΕΙΜΙ» και λέει:


Ιωάν.ι:7 «...ΕΓΩ ΕΙΜΙ η θύρα των προβάτων».
Ιωάν.ι:11 «...ΕΓΩ ΕΙΜΙ ο ποιμήν ο καλός»
Ιωάν.ια:25 «…ΕΓΩ ΕΙΜΙ η ανάστασις και η ζωή...»
Ιωάν.ιγ:19 «Από του νυν σας λέγω τούτο πριν γείνη, διά να πιστεύσητε όταν γείνη, ότι ΕΓΩ ΕΙΜΙ»
Iωάν.ιδ:6 «...ΕΓΩ ΕΙΜΙ η οδός και η αλήθεια και η ζωή»
Ιωάν.ιε:1 «...ΕΓΩ ΕΙΜΙ η άμπελος η αληθινή...»
Ιωάν.ιη:5-6 «απεκρίθησαν προς αυτόν, Ιησούν τον Ναζωραίον. Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς, ΕΓΩ ΕΙΜΙ . Ίστατο δε μετ' αυτών και ο Ιούδας ο παραδίδων αυτόν. Καθώς λοιπόν είπε προς αυτούς ότι ΕΓΩ ΕΙΜΙ, απεσύρθυσαν εις τα οπίσω και έ π ε σ α ν  χ α μ α ί»
Αποκ.α:8 «...ΕΓΩ ΕΙΜΙ το άλφα και το Ωμέγα»
Αποκ.α:17 «ΕΓΩ ΕΙΜΙ ο πρώτος και ο έσχατος και ο ζων και έγινα νεκρός και ιδού είμαι ζων εις τους αιώνας των αιώνων»
Αποκ.β:23 «ΕΓΩ ΕΙΜΙ ο ερευνών νεφρούς και καρδίας...»
Αποκ.κβ:16 «...ΕΓΩ ΕΙΜΙ η ρίζα και το γένος του Δαυίδ»


Όλα αυτά τα «ΕΓΩ ΕΙΜΙ» του Κυρίου μας, δεν ειπώθηκαν τυχαία, αλλά για να ταυτίσουμε το «ΕΓΩ ΕΙΜΙ» της Καινής Διαθήκης, με το μέγα «ΕΓΩ ΕΙΜΙ» της Παλαιάς Διαθήκης.


Αυτό είναι το όνομα με το οποίο ο Θεός φανέρωσε τον Εαυτό Του στην Παλαιά Διαθήκη. Όταν ο Μωυσής ρώτησε τον Κύριο ποιο είναι το όνομά Του, Εκείνος του απάντησε: «ΕΧΓΙΕ ΑΣΕΡ ΕΧΓΙΕ» που σημαίνει: «Εγώ ειμί που Εγώ ειμί» ή όπως το μεταφράζει ο Νεόφυτος Βόμβας και οι Εβδομήκοντα «...ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ...» (Έξοδ.γ:14).


Το τρίτο πρόσωπο του ρήματος «ΧΑΓΟΥΑ», είναι «ΓΙΑΧΒΕ», το κατ’ εξοχήν όνομα του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, στο οποίο όταν προσθέσουμε το όνομα «ΑΥΣΗΣ» που σημαίνει «ΣΩΤΗΡ», έχουμε το σύνθετο όνομα «ΓΙΑΧΒΕ ΑΥΣΗΣ» του οποίου η σύντμηση είναι «ΙΗΣΟΥΣ».


Το όνομα Ιησούς, το έδωκε στο Γιό Του ο Πατέρας όπως ομολογεί ο Κύριος στο Ιωάν.ιζ:11 «...Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματι Σου, ώ δέδωκάς μοι ..».


Ο Κύριος λοιπόν λέγοντας, «πριν γίνει ο Αβραάμ ΕΓΩ ΕΙΜΙ», δεν φανέρωνε τον ανύπαρκτο «θεό Υιό», αλλά τη μία και μοναδική θεότητα του Πατέρα Του και Πατέρα μας και Θεού Του και Θεού μας.


Δεν βλέπουμε πουθενά μέσα στις σελίδες της Καινής Διαθήκης, οι μαθητές ή οι υπόλοιποι πιστοί να λατρεύουν κάποιο «θεό Υιό» που φανερώθηκε. Όλοι λάτρευαν τον Πατέρα Θεό στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού.


«..πριν γίνει ο Αβραάμ Εγώ ειμί»'. Τι εννοεί ο Κύριος με το «εγώ ειμί»; Λένε ότι εννοεί την προΰπαρξη Του σαν δεύτερο πρόσωπο της θεότητας. Όμως δεν είναι αυτό που θέλει να μας πει το «Εγώ ειμί».


Βέβαια, η πράξη ή η ενέργεια του ρήματος «ειμί» είναι άχρονη και φυσικά αναφέρεται και στο παρελθόν, αλλά όχι μόνο σ' αυτό. Αναφέρεται και στο παρόν και στο μέλλον. Άρα, αν θέλουμε να αφήσουμε το εδάφιο να ερμηνεύσει τον εαυτό του, μας λέει ότι ο Χριστός ΗΤΑΝ, ΕΙΝΑΙ και ΘΑ ΕΙΝΑΙ. Εδώ είναι η αντίφαση.


Στην Φιλιπ.β:5-8, ισχυρίζονται ότι ο «θεός Υιός» άφησε τη δόξα Του και τη θεότητά Του και έγινε άνθρωπος. Ο Χριστός λοιπόν, συμφωνά με τα λεγόμενα τους, κάτω εδώ στη γη ήταν άνθρωπος και όχι «θεός Υιός», ούτε «θεός Λόγος».


Πως όμως ο Χριστός μας λέει «Εγώ ειμί», τη στιγμή που εκείνη την ώρα, κατά τα λεγόμενα της θεωρίας της τριάδας, δεν είναι με την ιδιότητα του «θεού Υιού»; Πως, αφού άφησε τα ουράνια παλάτια Του (όπως λένε) και την άρρητη δόξα Του και έγινε άνθρωπος λέει «Εγώ ειμί»;


Αν είναι έτσι όπως λένε, ο Κύριος έπρεπε να πει, «πριν γίνει ο Αβραάμ εγώ ΗΜΟΥΝ» και όχι «πριν γίνει ο Αβραάμ ΕΓΩ ΕΙΜΙ». Αυτό σημαίνει ότι και εκείνη την ώρα που το έλεγε ήταν ο Ένας και Μόνος Θεός, ο Πατέρας. Αυτό άλλωστε μαρτύρησε και ο Ης.θ:6 για το παιδί που θα γεννιόταν ότι θα είναι ο ΑΒΙ ΑΔ, που σημαίνει «ΑΙΩΝΙΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ». Αυτό διακήρυξε τότε ο Κύριος μας, αυτό διακηρύττουμε και εμείς σήμερα.


Μια πρόσθετη απόδειξη για το ότι το «ΕΓΩ ΕΙΜΙ» του Κυρίου μας, αναφέρεται στο «ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ» που είπε ο Θεός στο Μωυσή, βρίσκεται στην Αποκ.α:8 όπου λέει: «ΕΓΩ ΕΙΜΙ το Α και το Ω, αρχή και τέλος, λέγει Κύριος ο ΩN και ο ΗΝ και ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ, ο ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΩΡ».


Βλέπουμε ότι ταυτίζεται ο Ιησούς με τον Ένα και μόνο Θεό που είναι ο Παντοκράτωρ, ο Πατέρας Θεός ο Οποίος κατοικεί πλήρως μέσα στον ένδοξο τώρα άνθρωπο Ιησού Χριστό και φανερώνεται σ' εμάς στο πρόσωπο Του.


Αυτό ακριβώς περιγράφει και ο Παύλος στην προς Pωμ.θ:5 «των οποίων είναι οι πατέρες, και εκ των οποίων εγεννήθη ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΟ ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ Ο ΩΝ ΕΠΙ ΠΑΝΤΩΝ ΘΕΟΣ ΕΥΛΟΓΗΤΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΑΜΗΝ». Ο Χριστός λοιπόν σαν Θεός, δεν είναι κάποιο άλλο δεύτερο πρόσωπο της θεότητας, αλλά «Ο ΩΝ» με το οριστικό άρθρο «ο» που ορίζει τον ένα και μόνο υπάρχοντα στους αιώνες Θεό.


Read more: https://epistoligr.blogspot.com/2014/03/blog-post.html#ixzz5bkDcQcYE

O Ων και ο Ην και ο Ερχόμενος


H κατανόηση της Aγ. Γραφής δεν είναι δυνατή με μόνη τη δύναμη της λογικής όρασης. H ανθρώπινη γνωστική ικανότητα, χωρίς το φωτισμό του Aγίου Πνεύματος, αδυνατεί να συλλάβει το βαθύτερο πνευματικό νόημα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

Μέσα στη χαρισματική ατμόσφαιρα του Aγίου Πνεύματος η Eκκλησία ερμήνευσε και το περιφραστικό όνομα του Τριαδικου Θεου. Το όνομα αυτό είναι "ο ων και ο ήν και ο ερχόμενος", που το συναντάμε στην Aποκάλυψη πέντε φορές, πλήρως ή ελλιπώς. Τη μια φορά αποδίδεται στό Χριστό ( Aποκ. Α΄, 8 ), ενώ τις άλλες φορές αποδίδεται στον Τριαδικό Θεό, μέσα στον οποίο περιλαμβάνεται και ο Χριστός, ο οποίος "έρχεται" ως Μεσσίας. Όπως υπογραμμίζουν οι ερμηνευτές, ο Τριαδικός Θεός είναι "O ερχόμενος" μέσω του δευτέρου προσώπου, του Λόγου.

Στην Aποκάλυψη ( Α΄ ,8 ) διαβάζουμε: "εγώ ειμι τό Α και τό Ω, λέγει Κύριος ο Θεός, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο Παντοκράτωρ". Με απλά λόγια: "εγώ είμαι τό Α και τό Ω, λέει ο Κύριος και Θεός, που αληθινα υπάρχει και υπήρχε και θα έλθει, ο Παντοκράτορας. Το χωρίο αυτό μας φέρνει στο νου την πραγματικότητα του χρόνου μαζί με τα συνθετικά του στοιχεία-παρελθόν, παρόν,μέλλον - τά οποία νοουνται επαρκώς στην αμοιβαία τους σχέση, στον αλληλοκαθορισμό τους. Γιʼ αυτό και η σημασία ενός γεγονότος, ενός φαινομένου μέσα στον χωροχρόνο, δεν εξαρτάται μόνο από την αναλυτική εκτίμηση που θα πραγματοποιήσουμε σήμερα, αλλά και από τη σχέση του μέ τά γεγονότα που προηγήθηκαν, καθώς και από την κρίση που θα εκφέρει ένα διαρκώς ερχόμενο μέλλον. Aβίαστα μπορουμε να συμπεράνουμε ότι ο χρόνος κρίνει. Αυτός είναι και ο νόμος της χρονικά σχετικής αντίληψης των φαινομένων, που ισχύει μόνο για τόν άνθρωπο και όχι για το Θεό, που είναι έξω από το χρόνο.

O Τριαδικός Θεός είναι ο απολύτως υπάρχων, χωρίς αρχή και τέλος, άχρονος, χωρίς χθές-σήμερα-αύριο, χωρίς καμία μεταβολή στή φύση του. "Κοινόν μέν γάρ Πατρί τε και Υιώ και Aγίω Πνεύματι τό μή γεγονέναι και η Θεότης", παρατηρεί ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος. O Θεός, που ενώπιόν του όλα είναι ένα αιώνιο παρόν, για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ότι είναι ο απολύτως Κύριος του ανθρωπίνου χρόνου και της Συμπαντικής πραγματικότητας, έδωσε σέ μάς τό περιφραστικό αυτό όνομα.

Αυτή η αιώνια παρουσία του Θεου ως όντος, νυν και πρίν και ερχομένου, είναι οντολογικά και υπαρξιακά τυπωμένη στήν ψυχική αίσθηση του ανθρώπου. Είναι περιεκτικό συστατικό του "κατʼ εικόνα", που μας ωθεί δυναμικά πρός το "καθʼ ομοίωσιν".

Κάποιος γράφει σχετικά: "Μέσα στην Eκκλησία του Χριστου μπορούμε να μεταβάλουμε το παρελθόν μας. Είναι δυνατό να γυρίσουμε πίσω και να σβήσουμε όσα δεν μας αρέσουν. Όπως έχουμε και τη δυνατότητα να διεισδύσουμε στο μέλλον, να το επηρεάζουμε και να το προγνωρίζουμε. και αυτά τα παράδοξα και θαυμαστά γίνονται, βέβαια, διά του Θεου, που είναι πανω από τον χρόνο".

Πράγματι! Με τη δύναμη της προσευχής έχουμε τη δυνατότητα παρέμβασης και στα μελλοντικά γεγονότα. Πάρα πολλοί άγιοι έβλεπαν πολύ καθαρά το μέλλον, σα να ήταν παρόν.

Με τη χάρη του Χριστου όμως αλλάζει και το παρελθόν!

Άφεση αμαρτιών σημαίνει ριζική μεταβολή του παρελθόντος, ανάπαυση ψυχής, νέο παρόν, ελπίδα σωτηρίας για το μέλλον.

Το αιώνιο παρόν του Θεου η ανθρώπινη διάνοια δε μπορεί να το συλλάβει, να το επεξεργασθεί, να το κατανοήσει.

Aπό αγάπη και κατά συγκατάβαση σαρκώθηκε ο Λόγος και μπήκε στο Χρόνο. Έτσι το αιώνιο παρόν του Θεου κάλυψε σωτηριολογικά το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ανθρώπινης φύσης.

O φιλάνθρωπος Τριαδικός Θεός αγκάλιασε τήν ανθρωπότητα ως ο ΩΝ και ο ΗΝ και ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ.


ΤOY NIKOΛAOY ΣAKAΛΛAKH, MAΘHMATIKOY

Θεός αποκαλυπτόμενος Γεώργιος Γαλίτης, Ομ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αθηνών

Προϋπόθεση της προσεγγίσεως του απροσίτου Θεού είναι η αγνωσία, η γνώση δηλαδή ακριβώς της αδυναμίας μας να προσεγγίσουμε και να γνωρίσουμε τον Θεό διά της νοητικής οδού. Παρά ταύτα ο απρόσιτος κατά την ουσία Θεός γνωρίζεται και αποκαλύπτεται στους ανθρώπους διά των ακτίστων ενεργειών του. Ο άνθρωπος δεν νοεί τον Θεό, αλλά τον βιώνει. Η οδός που οδηγεί σ’ αυτόν είναι βιωματική, είναι μία πορεία, η οποία έχει ως τέρμα την θέωση. Έτσι ο άνθρωπος μέσω της α-λογίας φτάνει στην δοξο-λογία του Θεού.
Ο Θεός, λοιπόν, είναι μεν απρόσιτος, αλλά κατά την ουσία. Είναι όμως προσιτός σε μας κατά την ενέργεια: διά των ακτίστων ενεργειών του, με τις οποίες αποκαλύπτεται στον άνθρωπο. Στην πραγματικότητα λοιπόν δεν πρόκειται για αντίφαση, αλλά για μία διαλεκτική σύνθεση. Ας τα δούμε αυτά πιο αναλυτικά.
Ξεκινάμε από την ερώτηση, τί είναι Θεός. Θεός είναι εξ ορισμού το τελείως απρόσιτο. Αν ρωτήσει κάποιος τί είναι Θεός, αυτή είναι μια ανόητη ερώτηση, δεν έχει νόημα, γιατί Θεός είναι αυτό για το οποίο δεν μπορούμε να ρωτήσουμε, να ορίσουμε τί είναι: γιατί ο Θεός απλά είναι. Ο Θεός είναι το είναι. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να τον συλλάβουμε. Όταν ο Μωϋσής ρώτησε το Θεό στη φλεγομένη βάτο, «από ποιόν εγώ θα πω ότι έχω την εντολή αυτή, ποιό είναι το όνομά σου», εκείνος απάντησε «εχγιέ ασέρ εχγιέ», εγώ είμαι ο «εγώ είμαι», αυτός που εγώ είμαι. Αυτό το μετέφρασαν οι Εβδομήκοντα «εγώ ειμί ο ων». Αυτό το «ο ων», που σημαίνει ο υπάρχων, αποδίδει κατά κάποιον τρόπο το Γιαχβέ του εβραϊκού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης, που είναι παλαιότερη μορφή του «εχγιέ». Το Γιαχβέ σημαίνει, λοιπόν, «εγώ ειμί». Όταν στην Αγία Γραφή, στην Καινή Διαθήκη, στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο κυρίως, ο Χριστός αναφέρει τις λέξεις «εγώ ειμί», αυτό το «εγώ ειμί» είναι το Γιαχβέ. Ο Ιωάννης έχει ως σκοπό να αποδείξει ότι ο Ιησούς είναι ο Γιαχβέ. Κάθε Ευαγγελιστής έχει έναν ειδικό θεολογικό σκοπό. Ο σκοπός του Ιωάννη είναι αυτός. Όσες φο¬ρές ο Χριστός είπε «εγώ ειμί», εννοούσε ότι είναι ο Γιαχβέ, και γι’ αυτό ο Ιωάννης αναφέρει: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή». «Εγώ ειμί το φως του κόσμου». «Εγώ ειμί η θύρα»…
Ο Χριστός είναι λοιπόν ο Λόγος του Γιαχβέ, είναι εκείνος, στο πρόσωπο του οποίου απεκαλύφθη ο Γιαχβέ. Ο Χριστός είναι η αποκάλυψη του Γιαχβέ, εκείνος διά του οποίου πηγαίνει κανείς στον Γιαχβέ: «Εγώ ειμί η θύρα»· «εγώ ειμί η οδός» «ίνα γνώτε ότι εγώ ειμί». Εάν κανείς δεν ξέρει, δεν μπορεί να ερμηνεύσει το «εγώ ειμί ο ων». Όταν πήγαν οι στρατιώτες στον κήπο της Γεθσημανή για να τον συλλάβουν, ο Χριστός τους ρώτησε: «Τίνα ζητείτε»; Και όταν αυτοί είπαν «Ιησούν τον Ναζωραίον», ο Χριστός απάντησε «εγώ ειμί». Ακούγοντας «εγώ ειμί» οπισθοχώρησαν και έπεσαν πρηνείς, σαν μια δύναμη να τους έσπρωξε, γιατί άκουσαν τη λέξη, τη φράση αυτή, που κανείς δεν μπορούσε να πει. Λέγοντας ο Ιησούς «εγώ ειμί», τους έλεγε εγώ είμαι ο Γιαχβέ. Αυτή είναι λοιπόν η ουσία της αποκαλύψεως του Θεού.
Για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για το Θεό, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε, χρησιμοποιούμε δύο δρόμους. Ο ένας είναι ο αποφατικός, δηλαδή η γνώση της αγνωσίας του Θεού. Ο Θεός είναι αόρατος, ακατάληπτος, ανεξιχνίαστος. Όλα αυτά τα αρνητικά είναι ο αποφατικός δρόμος. Λέγοντας ότι ο Θεός είναι αόρατος, αναφής, απρόσιτος, στην πραγματικότητα λέμε τι δεν είναι. Λέμε τι είναι, λέγοντας τι δεν είναι. Ο άλλος τρόπος είναι ο καταφατικός. Λέμε, ο Θεός είναι δίκαιος, ή, στην ευχή της Θείας Λειτουργίας, («Συ γαρ εί Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος…»), «αεί ων, ωσαύτως ων»· εδώ μιλάμε κατα¬φατικά. Αλλά και από τα καταφατικά που λέμε για τον Θεό, πάλι δεν λέμε την ουσία του Θεού: λέμε τα περί τον Θεό, λέμε ιδιότητες του Θεού· «εκ των ημετέρων ανεπλάσθη τα του Θεού». Εμείς υπάρχουμε εν χρόνω, ο Θεός είναι αεί ων· εμείς αλλοιούμεθα, ο Θεός είναι ωσαύτως ων. Αυτά όλα, η καταφατική οδός, δεν μας λέει πάλι τι είναι ό Θεός.
Στην Α’ προς Τιμόθεον Επιστολή, στο 6ο κεφάλαιο, ο Θεός αναφέρεται ως «ο μόνος έχων αθανασίαν» (πάλι αποφατικός δρόμος), «φως οικών απρόσιτον». Το αναλύσαμε ήδη. Απρόσιτο φως, το οποίο «ουδείς ανθρώπων είδεν ή ιδείν δύναται» (Ιωάννης Χρυσόστομος). Όμως, «φως οικών». Αυτός είναι λοιπόν ο καταφατικός δρόμος, συνδυασμένος εδώ με τον αποφατικό.
*****
Για να προσεγγίσει την έννοια του απροσίτου του Θεού, του όλως άλλου, του ολοκληρωτικά διαφορετικού από ό,τι γνωρίζουμε και από ό,τι είναι δυνατόν να γνωρίσουμε και να συλλάβουμε, η κλασική θεολογία, ακολουθούσα τη φιλοσοφία, κυρίως την αριστοτελική, διακρίνει μεταξύ φυσικού και μεταφυσικού. Βέβαια ο Αριστοτέλης δεν είπε τίποτε περί της εννοίας μεταφυσική, απλώς μετά τα Φυσικά έγραψε ένα άλλο κείμενο, που ονομάσαμε Μετά τα Φυσικά, όθεν τα Μεταφυσικά. Η διάκριση μεταξύ φυσικού και μεταφυσικού δεν είναι κυρίως ειπείν ορθόδοξη. Άλλοι χρησιμοποιούν τη λέξη υπερφυσικό. Και αυτό το λέμε πάλι για να συνεννοηθούμε: υπέρ την φύσιν. Η μόνη θεολογική ορθόδοξη διάκριση είναι η διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Άκτιστος είναι μόνον ο Θεός. Απρόσιτος μεν κατά την ουσία, προσιτός δε κατά τις ενέργειες. Άκτιστος είναι ο Θεός, η ουσία του Θεού είναι απρόσιτη, οι ενέργειές του επίσης άκτιστες, αλλά όμως προσιτές. Κτιστός είναι ο κόσμος, το σύμπαν, οι άγγελοι, οι άνθρωποι και ότι άλλο υπάρχει εκτός του Θεού.
Άλλη διάκριση που γίνεται, είναι η μεταξύ του υλικού και του πνευματικού κόσμου. Στον πνευματικό κόσμο όμως τοποθετούνται οι άγγελοι, η ψυχή, ο Θεός. Συμφυρμός δηλαδή κτιστού και ακτίστου.
Οι δύο έννοιες, το κτιστό και το άκτιστο, είναι εξ ορισμού μη συμβατές, είναι δύο έννοιες που δεν μπορούν να έχουν καμία επαφή μεταξύ τους. Η συνειδητοποίηση εκ μέρους του ανθρώπου αυτής της αποστάσεως μεταξύ κτιστού και ακτίστου δημιουργεί στον άνθρωπο το υπαρξιακό άγχος. Η προσπάθεια γεφυρώσεως αυτού του άγχους γεννά όλες τις εκδηλώσεις που ονομάζουμε θρησκεία. Η θρησκεία δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά να προσπαθεί να γεφυρώσει την απόσταση μεταξύ κτιστού και ακτίστου, του Θεού και του ανθρώπου.
Ζούμε στον κόσμο και καταλαβαίνουμε ότι πάνω από τον κόσμο υπάρχει ένας άλλος κόσμος, ο υπέρ-κόσμος. Ένα κάλυμμα σκεπάζει τον κόσμο και εμείς προσπαθούμε να διαπεράσουμε το κάλυμμα, να δούμε από πάνω. Αυτή η προσπάθεια λέγεται θρησκεία.
Προσπαθεί ο άνθρωπος με τη θρησκεία και τα υποκατάστατα της θρησκείας να γεφυρώσει το χάσμα, να φτάσει ψηλά. Υποκατάστατα μπορεί να είναι και οι ιδε¬ολογίες, αυτές που τελειώνουν σε ισμός: Μαρξισμός, Σοσιαλισμός, Καπιταλισμός, Κομμουνισμός· όλα αυτά είναι προσπάθειες να γεφυρώσουμε το χάσμα. Άλλος προσπαθεί να φτάσει επάνω με μια ιδεολογία, άλλος με την τέχνη, με τα ταξίδια, με την ικανοποίηση των παθών, είτε αυτά λέγονται χρήμα, είτε δόξα, είτε ηδονή, είτε οτιδήποτε άλλο. Όλα αυτά είναι υποκατάστατα, με τα οποία προσπαθούμε να γεμίσουμε την ψυχή μας, το υπαρξιακό κενό, το υπαρξιακό χάος, να απαλλαγούμε από το υπαρξιακό άγχος και να φτάσουμε στον υπέρκοσμο. Ακόμη έχουμε, χειρότερες μορφές υποκαταστάτων, τα ναρκωτικά, τα βαριά, ή και πιο αθώα ναρκωτικά, όπως το κάπνισμα. Όλα αυτά είναι ασυνείδητες αναζητήσεις μιας χαμένης Εδέμ.
Όσο κι αν ο άνθρωπος προσπαθεί να ανέβει επάνω, όλες αυτές οι προσπάθειες της θρησκείας ή των υποκαταστάτων της, είναι ανίκανες να λυτρώσουν τον άνθρωπο, είναι ανίκανες να μας δείξουν τι βρίσκεται στον υπέρκοσμο. Ο μόνος τρόπος είναι, ο Επάνω να ανοίξει μία καταπακτή, να ρίξει μια σκάλα, να έρθει κάτω ο ίδιος και να μας ανεβάσει επάνω. Αυτό έκανε ο Χριστός, αυτό είναι η εν Χριστώ αποκάλυψη, αυτή είναι η αποκάλυψη του Θεού. Ο Θεός κατέβηκε κάτω, γι’ αυτό λέει ο Χριστός «εγώ ειμί η οδός» και «η θύρα», γι’ αυτό και λέμε στην Παναγία: «Χαίρε κλίμαξ επουράνιε, δι’ ης κατέβη ο Θεός, χαίρε γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν».
Ή, για να χρησιμοποιήσω μίαν άλλην εικόνα, περπατάμε στο σκοτάδι, και εκεί που δε βλέπουμε μπροστά μας τίποτα, ξαφνικά μια αστραπή μάς φωτίζει και βλέπουμε πού βαδίζουμε. Αυτή είναι η αποκάλυψη. Δεν ανακαλύψαμε μόνοι μας πού βαδίζουμε, αυτό είναι αποκάλυψη. Κάποιος μου αποκαλύπτει κάτι.
Άρα λοιπόν ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία. Θρησκεία είναι όλες οι προσπάθειες του ανθρώπου να φτάσει μόνος, δι’ ιδίων δυνάμεων εκεί πάνω, πράγμα αδύνατο. Ο Χριστιανισμός είναι αποκάλυψη, είναι η αποκάλυψη του Θεού στους ανθρώπους. Για να το πω αλλιώς, είναι η εισβολή του Υιού του Θεού στην ιστορία. Ο Θεός ο άκτιστος έφτιαξε τον κτιστό κόσμο. Ο κόσμος ο κτιστός έπεσε διά της αμαρτίας στη φθορά και στον θάνατο. Βρίσκεται στην ταλαιπωρία, στο άγχος, και πρέπει κάποιος να τον λυτρώσει. Για να λυτρώσει τον άνθρωπο ο Θεός εισέβαλε στο χώρο, στην ιστορία, έγινε άνθρωπος, και εν Χριστώ μάς έσωσε. Άρα το περιεχόμενο της αποκαλύψεως δεν είναι μία ιδέα, μία κοσμοθεωρία. Πολλοί χρησιμοποιούν τον όρο χριστιανική κοσμοθεωρία, ή χριστιανική ιδεολογία. Δεν πιστεύουμε σε μία κοσμοθεωρία. Το πρόβλημά μας δεν λύνεται με ιδέες και θεωρίες, αλλά με την πίστη στον ένα Θεό, ο οποίος αποκαλύφθηκε. Σ’ αυτόν που κατέβηκε από την κλίμακα, να του δώσουμε το χέρι να μας ανεβάσει εκεί πάνω. Αυτό είναι η σωτηρία, η αποκάλυψη.
Δεν είναι λοιπόν το περιεχόμενο της αποκαλύψεως μία ιδέα και μία θεωρία, αλλά ένα πρόσωπο, το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Πολλοί λένε, ο Χριστός ήταν ένας μεγάλος δάσκαλος, ηθικός αναμορφωτής, κοινωνικός εργάτης. Αν ήταν κάτι από αυτά, αλίμονό μας. Η σωτηρία μας θα ήταν αδύνατη. Θα μπορούσε κάποιος να πει, ο Κομφούκιος είπε πολύ ωραία πράγματα, και ότι ο Μωάμεθ δεν είπε άσχημα πράγματα. Και ο Μωϋσής στην Παλαιά Διαθήκη είπε ωραία πράγματα, κανείς δεν μπορεί να μας σώσει όμως, κανείς δεν είναι ο σωτήρας. Δεν σώζουν οι ηθικές διδασκαλίες, δεν σωζόμαστε αν γίνουμε καλοί άνθρωποι. Και ένας άθεος, βουδδιστής, ινδουϊστής, μπορεί να είναι καλός άνθρωπος. Σώζεται κανείς αν αφήσει το χέρι του να το πιάσει ο Χριστός, ο αποκαλυφθείς Θεός, και να τον οδηγήσει επάνω. Δεν αρκεί να πιστεύεις στον Θεό. Σε θεό πιστεύουν όλες οι θρησκείες. Πρέπει να πιστεύεις στον Χριστό. Το πρόσωπο του Ιησού Χριστού είναι ο Θεός που αποκαλύφθηκε· «Κύριε, δείξον ημίν τον πατέρα και αρκεί ημίν», λέγει ο Φίλιππος (Ιω. 14, 8). Και απαντά ο Χριστός: «Τοσούτον χρόνον μεθ’ υμών ειμί, και ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε; ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα»: διότι στο πρόσωπό μου βλέ¬πει κανείς τον Πατέρα. Γι’ αυτό γράφει και ο Παύλος, ότι ο Χριστός είναι η «εικών του Θεού» (Β’ Κορ. 4, 4) «του αοράτου» (Κολ. 1, 15).
Αυτό είναι λοιπόν το περιεχόμενο της αποκαλύψεως του Θεού.
*****
Η κλασική θεολογία διακρίνει μεταξύ φυσικής και υπερφυσικής αποκαλύψεως. Η φυσική αποκάλυψη πραγματώνεται στον κόσμο, στην ιστορία και στη συνείδηση του ανθρώπου. Πράγματι στη θέα του κόσμου, «τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται τα αόρατα του Θεού» (Ρωμ. 1, 20). Άρα λοιπόν υπάρχει η φυσική αποκάλυψη. Όμως η φυσική αποκάλυψη δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο. Χρειάζεται και η υπερφυσική αποκάλυψη. Χρησιμοποιούμε τη λέξη, όπως είπα, της κλασικής, ακαδημαϊκής θεολογίας. Στην ορθόδοξη θεολογία, εννοώ την πατερική θεολογία, αυτή η διάκριση μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού δεν είναι ιδιαίτερα προσφιλής. Οι Πατέρες δεν συμπαθούν αυτόν τον όρο. Περισσότερο χρησιμοποιούν άλλες εικόνες:
Ο Θεός είναι αγάπη. Τα τρία πρόσωπα περιχωρούνται και είναι ενωμένα «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Ο Θεός, το μόνο όντως μακάριο Ον, υπάρχει ως αγάπη. Επειδή είναι αγάπη, δεν θέλησε να κρατήσει τη μακαριότητά του για τον εαυτό του, αλλά ανοίγει, τρόπον τινά, εξέρχεται εαυτού και δημιουργεί άλλα όντα για να μετάσχουν στην μακαριότητά του. Τα όντα αυτά πρέπει, για να μπορέσουν να μετάσχουν στην μακαριότητά του, να είναι λογικά και ελεύθερα. Αν ήταν λογικά, αλλά δεν ήταν ελεύθερα, σκεφθείτε το βάσανο ενός λογικού όντος που είναι καταναγκασμένο να κάνει κάτι. Εάν ήταν ελεύθερα, αλλά δεν ήταν λογικά, μπορείτε να καταλάβετε τις συνέπειες, από τα μικρά παιδιά. Αφήστε τα να κάνουν ό,τι θέλουν. Θα ήταν καταστροφή. Αυτό σημαίνει το ότι ο άνθρωπος επλάσθη «κατ’ εικόνα» Θεού. Αλλά επλάσθη και «καθ’ ομοίωσιν». Για να μπορέσει να εκπληρώσει το «καθ’ ομοίωσιν» πρέπει να είναι ελεύθερος και λογικός. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να έχει αξία η προσπάθειά του, δεν θα μπο-ρούσε το καλό να είναι καλό. Το καλό είναι καλό, γιατί είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης επιλογής του ανθρώπου. Το κακό είναι κακό, γιατί πάλι ελεύθερα το επέλεξε ο άνθρωπος. Καλό και κακό είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης επιλογής.
Ανοίγει λοιπόν ο Θεός, εξέρχεται εαυτού, δημιουργεί τον άνθρωπο, δημιουργεί την κτίση για να βάλει τον άνθρωπο μέσα σ’ αυτήν, και του δίνει την εντολή.
Εδώ θα κάνω μία παρένθεση. Όλο αυτό το σύμπαν που υπάρχει – ζούμε σε έναν κόσμο όπου το ηλιακό σύστημα είναι ένα μέρος, ένας κόκκος, ένα από τα πολλά δισεκατομμύρια αστέρια του γαλαξία μας, και υπάρχουν δισεκατομμύρια γαλαξίες – όλα αυτά τα έφτιαξε ο Θεός για τον άνθρωπο; Ναι, για τον άνθρωπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημερινοί φυσικοί και οι αστρονόμοι δέχονται στην πλειοψηφία τους ως λόγο για τον οποίο έγινε το σύμπαν τη λεγόμενη ανθρωπική αρχή. Το σύμπαν έγινε για τον άνθρωπο. Όλα συντείνουν στον άνθρωπο. Αλλά το τέρμα όλης αυτής της εξελίξεως, αν θέλετε από το μηδέν, από τη στιγμή της λεγομένης μεγάλης εκρήξεως, μέχρι τη στιγμή που εμφανίσθηκε ο άνθρωπος, όλα κατατείνουν στη δημιουργία του ανθρώπου και όλα έγιναν για τον άνθρωπο. Το άνοιγμα αυτό του Θεού δημιουργεί την αρχή του κόσμου και του χρόνου. «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην… και είπεν ο Θεός· γενηθήτω φώς· και εγένετο φως… Και είπεν ο Θεός… Και είπεν ο Θεός…» (Γεν. 1, 1 κ.ε.). Αυτό το «και είπεν» είναι μία ανθρωποπαθής έκφραση. Σημαίνει ότι διά του Λόγου του εποίησε τα πάντα, «τω λόγω του Κυρίου εστερεώθησαν οι ουρανοί», «αυτός είπε και εγενήθησαν, αυτός ένετείλατο και έκτίσθησαν». «Ο Πατήρ δι’ Υιού εν Αγίω Πνεύμαπ ποιεί τα πάντα». Αυτό ήταν η αρχή του ανοίγματος του Θεού, η αρχή της αποκαλύψεως δηλαδή. Το τέλος; «Πολυμερώς και πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλήσας τοις πατράσιν εν τοις προφήταις, επ’ εσχάτου των ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν υίώ» (Εβρ. 1, 1-2). «Ο μονογενής υιός ο ων εις τον κόλπον του πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιω. 1, 18). Εκείνος. Δεν χρειαζόμαστε άλλον. Δεν χρειαζόμαστε δηλαδή γκουρού, τον τεκτονισμό, τον ένα οποιονδήποτε -ισμό για να μας οδηγήσει, να μας εξηγήσει τα του Θεού, δεν χρειαζόμαστε θρησκεία, χρειαζόμαστε αποκάλυψη. Ο Χριστός είναι η πληρότης. «Και εκ του πληρώματος αυτού ημείς πάντες ελάβομεν, και χάριν αντί χάριτος· ότι ο νόμος διά Μωϋσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια διά Ιησού Χριστού εγένετο» (Ιω. 1,17). Ο νόμος εδόθη, η χάρις και η αλήθεια εγένετο, πραγματοποιήθηκε: μία διαφορετική λέ¬ξη, μία διαφορετική έννοια. Και το ίδιο μας λέγει πάλι ο Ιωάννης: «Ο Λόγος σαρξ εγένετο» (Ιω. 1, 14). Το ίδιο ρήμα. Το εγένετο σημαίνει την πραγματοποίηση, την υλοποίηση, κάτι το χειροπιαστό. Ο Λόγος αυτός του Θεού «σαρξ εγένετο». Ο Θεός, τον οποίον «ουδείς εώρακε πώποτε», απεκαλύφθη διά Ιησού Χριστού, ο οποίος έγινε ο μεσίτης της αποκαλύψεως.
Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βαθμίδες αποκαλύψεως. Η πρώτη είναι όταν ο Θεός ανοίγει, εξέρχεται εαυτού, δημιουργεί τον κόσμο («Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην»)· στην δεύτερη έχουμε την πλήρωση της αποκαλύψεως («Ο Λόγος σαρξ εγένετο»)· και έχουμε και μιαν τρίτη αποκάλυψη, που είναι η ολοκλήρωση, είναι η μέλλουσα κρίση. Εκεί θα αποκαλυφθεί πάλι ο Θεός, αλλά θα αποκαλυφθεί ως φως για τους αξίους και ως «πυρ καταναλίσκον» για τους αναξίους («Αποκαλύπτεται οργή Θεού απ’ ουρανού επί πάσαν ασέβειαν και αδικίαν ανθρώπων»(Ρωμ. 1,18).
*****
Το περιεχόμενο λοιπόν της αποκαλύψεως είναι ο Ιησούς Χριστός, δηλαδή ο Θεός αποκαλυπτόμενος εν Υιώ, δηλαδή σε μία συγκεκριμένη ανθρώπινη μορφή, ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, στο οποίο, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», ενώθηκε η θεότητα με την ανθρωπότητα.
Πού βρίσκεται η αποκάλυψη αυτή; Πού φυλάσσεται, ποιός την προσφέρει;
Ο Χριστός ήλθε στη γη, έζησε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, ανελήφθη, αλλά δεν έφυγε από τον κόσμο. Συνεχίζει να ζει παρατεινόμενος στους αιώνες ως Εκκλησία. Ο Χριστός είναι η Εκκλησία, την οποία ίδρυσε ο ίδιος με τη σταυρική του θυσία, και την οποία τρέφει και συντηρεί με το αίμα του διά της Θείας Ευχαριστίας. Αυτός έστειλε από το θρόνο του Θεού το Άγιο Πνεύμα, που συνήγαγε στο όνομά του όλους όσοι πίστευσαν και βαπτίσθηκαν για να αποτελέσουν την μεσσιανική σύναξη, την κοινωνία των αγίων, τον νέο Ισραήλ, το λαό του Θεού. Γι’ αυτό μετά την θεία κοινωνία των πιστών, λέει ο ιερέας: «Σώσον, ο Θεός, τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου». Γινόμαστε λαός του Θεού, κληρονομιά του, διά της Θείας Ευχαριστίας, που μόνον στην Εκκλησία προσφέρεται και η οποία μόνον δομεί την Εκκλησία. Όπου Εκκλησία, εκεί και Θεία Ευχαριστία, και όπου τελείται η Θεία Ευχαριστία εκεί βρίσκεται η Εκκλησία.
Αυτό είναι η ‘Εκκλησία: ο λαός του Θεού, το σώμα του Χριστού, με κεφαλή το Χριστό και μέλη εκείνους που μπολιάσθηκαν στο σώμα της Εκκλησίας και τρέφονται από τους ζωτικούς χυμούς του δένδρου αυτού, που είναι η Εκκλησία: τρέφονται από την Θεία Ευχαριστία. Εκεί μπορεί να βρει κανείς τον, απρόσιτο μεν, άλλα αποκαλυπτόμενο εν Χριστώ Ιησού Θεό.
Αυτήν την αποκάλυψη η Εκκλησία την προσφέρει ως θεματοφύλαξ της με δύο τρόπους:
α). ως σώμα και αίμα Χριστού. Παίρνοντας το σώμα και το αίμα του Χριστού παίρνουμε τον ίδιο τον αποκαλυφθέντα Θεό που κατέβηκε κάτω στη γη·
β). ως κήρυγμα, ως προφορικό και γραπτό λόγο του Θεού.
Την μεν πρώτη μορφή της αποκαλύψεως την παίρνουμε διά του στόματος, τη δεύτερη διά των ώτων, της ακοής· βρώση και ακοή. Αυτά συμβολίζουν και οι δύο Είσοδοι που γίνονται στην Εκκλησία, Μικρά και Μεγάλη. Στη Μικρά Είσοδο ο διάκονος ή ο ιερέας κρατεί το Ευαγγέλιο, το οποίο λιτανεύει διά μέσου των πιστών – όλοι, όλος ο λαός μετέχει σ’ αυτό – και λέει: «Σοφία»: αυτό που κρατώ είναι η Σοφία· «ο Χριστός εγενήθη σοφία ημίν από Θεού» (Α’ Κορ. 1, 30). Η σοφία του Θεού είναι ο Χριστός. Αυτό που κρατώ είναι ο Χριστός, η Σοφία. «Ορθοί» λοιπόν. Και ψάλλεται κατόπιν: «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ…», δηλαδή τη Σοφία του Θεού. Ακολούθως εναποτίθεται το Ευαγγέλιο στην Αγία Τράπεζα και στη συνέχεια διά της αναγνώσεως και του κηρύγματος γίνεται ο αποκαλυφθείς Λόγος του Θεού προσιτός σε μας διά των ώτων, της ακοής.
Στη Μεγάλη Είσοδο παίρνει ο διάκονος ή ο ιερέας τα Τίμια Δώρα που δεν έχουν μεταβληθεί ακόμη σε σώμα και αίμα Χριστού, έχουν όμως προετοιμασθεί στην Προσκομιδή, και εν λιτανεία λέει πάλι: «Πάντων ημών μνησθείη Κύριος ο Θεός εν τη βασιλεία αυτού πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Εν τη βασιλεία αυτού. Όλη αυτή η λιτανεία συμβολίζει την πορεία προς τη βασιλεία του Θεού, η οποία βασιλεία ανοίχθηκε με την πόρτα του «Ευλογημένη η βασιλεία…» στην αρχή της Θείας Λειτουργίας. Ανοίγουμε με τη Λειτουργία τις πύλες: «Εγώ ειμί η θύρα» (Ιω. 10, 7.9), ελάτε να μπείτε δι’ εμού στη βασιλεία των ουρανών. Και όλοι μας γνωρίζουμε ότι στη θέση του τρίτου Αντιφώνου, στο σημείο που σήμερα ψάλλουμε για λόγους συντομίας το Απολυτίκιο, κανονικά ψάλλονται οι Μακαρισμοί, στους οποίους αναλύεται πως ο Αδάμ εξεβλήθη του παραδείσου και πως ο ληστής «παρεβίασε» τις πύλες του με το «μνήσθητί μου». Ο παράδεισος είναι η βασιλεία του Θεού.
Άρα λοιπόν η βασιλεία του Θεού εκφράζεται με τις δύο αυτές πομπές, λιτανείες, εισόδους, που είναι ένα νόμισμα με δύο πλευρές. Δε μπορούμε να τις χωρίσουμε. Δε μπορούσε να κάνουμε Θεία Ευχαριστία χωρίς ανάγνωση Ευαγγελίου, ούτε ανάγνωση Ευαγγελίου χωρίς τη Θεία Ευχαριστία. Αυτοί είναι οι δύο πόλοι, γύρω από τους οποίους περιστρέφεται όλη η Θεία Λειτουργία και συνεπώς όλη η εν Χριστώ ζωή μας. Άρα η βασιλεία του Θεού, η αποκάλυψη, είναι κηρυσσομένη και βιουμένη, κηρυγματική και βιωματική. Πρώτα κηρύσσεται και ύστερα βιούται. Πρώτα διαβάζουμε το Ευαγγέλιο και μετά κοινωνούμε. Πώς θα σωθούν, αν δεν πιστέψουν; και πώς θα πιστέψουν, λέγει ο Απόστολος Παύλος, αν δεν ακούσουν; και πώς θα ακούσουν αν κάποιος δεν τους κηρύξει; (Ρωμ. 10, 14- 15). Απόστολος, Ευαγγέλιο, και μετά πάμε να κοινωνήσουμε. Πριν όμως, ομολογούμε τι πιστεύουμε. Αυτά όλα είναι με σοφία, θεόπνευστα βαλμένα έτσι. Η Θεία Κοινωνία είναι η πρόσληψη του Χριστού, η πρόσληψη του αποκαλυφθέντος Χριστού, άρα η βίωση της εν Χριστώ και διά του Χριστού σωτηρίας. Πριν από τη βίωση πρέπει να πιστέψουμε. Σ’ αυτό συντελεί η Γραφή, που είναι η κηρυσσομένη αποκάλυψη του Θεού, προϋπόθεση για την βιουμένη. Κηρυσσομένη και βιουμένη αποτελούν μιαν ενότητα, όπως η Θεία Λειτουργία. Δεν χωρίζονται, γιατί και τα δύο οικοδομούν, συντηρούν, τρέφουν και αυξάνουν την Εκκλησία. Και η Γραφή δεν είναι ένα μέρος της ζωής της Εκκλησίας, αλλά είναι ενσωματωμένη στη ζωή της Εκκλησίας, γιατί μόνον στην Εκκλησία αποκαλύπτεται ο Θεός, μόνον εκεί βιώνει ο άνθρωπος το Θεό.
******
Ένα λάθος πολλών που διαβάζουν την Αγία Γραφή είναι ότι βλέπουν σε αυτήν απλώς ένα ηθικό μήνυμα. Η Αγία Γραφή δεν είναι βιβλίο προσωπικής ευσέβειας. Δεν είναι βιβλίο προσωπικής ερμηνείας. Είναι ένα βιβλίο της Εκκλησίας. Η Αγία Γραφή γνωρίζεται, παραλαμβάνεται και ερμηνεύεται διά της Εκκλησίας, υπό της Εκκλησίας, εν τη Εκκλησία και διά την Εκκλησίαν. Ακόμη και ο ψάλτης, που είναι κατώτερος κληρικός, και αυτός παραλαμβάνει τον Απόστολο από το χέρι του ιερέως και σ’ αυτόν το επιστρέφει· αυτή είναι μία συμβολική κίνηση, που δείχνει ότι η Αγία Γραφή είναι βιβλίο της Εκκλη-σίας. Βιβλίο βεβαίως που οικοδομεί τον άνθρωπο, αλλά οικοδομεί πρωτίστως την Εκκλησία. Αν ο άνθρωπος οικοδομηθεί μόνος του, αυτόνομα, έξω από την Εκκλησία, δεν κάνει τίποτα. Αν απομονώσουμε τη Γραφή από την Εκκλησία, η Γραφή είναι ένα ξεριζωμένο δένδρο και δεν μας χρειάζεται σε τίποτε.
Ποιός μάς λέει ότι η αποκάλυψη περιέχεται στην Αγία Γραφή; Μας το λέει η Εκκλησία διά της παραδόσεως. Τί είναι η παράδοση; Παλιά τα σχολικά βιβλία έλεγαν ότι, δύο είναι οι πηγές της πίστεώς μας, η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοσις. Αυτό το αντιγράψαμε από εγχειρίδια Δογματικής των ρωμαιοκαθολικών, που θέλησαν να απαντήσουν στο Λούθηρο, που υποστήριζε το sola scriptura, μόνον η Γραφή.
Δεν κυριολεκτούμε όταν λέμε για την παράδοση, ότι είναι πηγή της πίστεώς μας. Ως παράδοση εννοούμε την πράξη του παραδίδειν, αλλά και αυτό που παραδίδεται. Παραδίδω κάτι, αλλά για να το παραδώσω, το παρέλαβα από κάπου. Την παράδοση παραλάβαμε από τους Πατέρες μας και εκείνοι από τους άλλους Πατέρες κ.ο.κ., για να φθάσουμε μέχρι τους Αποστόλους, που την παρέλαβαν από τον ίδιο τον Χριστό. Ο Απόστολοι την παρέδωσαν περαιτέρω, γι’ αυτό λέγεται αποστολική παράδοση και παρεδόθη όχι εκτός της Εκκλησίας, αλλά μέσα στην Εκκλησία υπό της Εκκλησίας, γι’ αυτό και λέγεται η Εκκλησία μας αποστολική Εκκλησία. Άρα παράδοσή είναι, πρώτα η πράξη του παραλαμβάνειν και παραδίδειν, και ύστερα αυτό το περιεχόμενο του τι παραλαμβάνουμε και παραδίδουμε.
Το περιεχόμενο της παραδόσεως είναι η πίστη μας που κατεγράφη στην Αγία Γραφή. Αλλά και η Αγία Γραφή είναι μέρος της παραδόσεως. Το πρώτο βιβλίο της Αγίας Γραφής γράφτηκε περί το 50 (πρόκειται για την Α’ προς Θεσσαλονικείς Επιστολή), τα τελευταία βιβλία (κατά Ιωάννην, Αποκάλυψη) γύρω στο 100. Στο μεταξύ διάστημα των 50 ετών δεν είχαμε πλήρη την Αγία Γραφή. Ή, αν θέλετε, προ του 50 δεν είχαμε καν Καινή Διαθήκη. Και όμως υπήρχε η παράδοση και η πίστη. Άρα η παράδοση είναι κάτι το ζωντανό, κάτι που περιέχει την Αγία Γραφή. Η Γραφή είναι η γραπτή παράδοση της αποκαλύψεως του Θεού, όπως η παράδοση είναι η άγραφη αποκάλυψη του Θεού, το άγραφο βιβλίο της αποκαλύψεως του Θεού. Δεν είναι παράδοση τύπων, ιδεών, δογματικών απόψεων, παράδοση ηθών ή εθίμων είναι αυτή η ίδια η ζωή της Εκκλησίας, η ζωή εν Αγίω Πνεύματι, είναι η μνήμη της Εκκλησίας για τον ιδρυτή της και τα πρώτα βήματά της, είναι η καταγραφή της εμπειρίας της Εκκλησίας. Γι’ αυτό πιστεύουμε «κατά τας Γραφάς». Είναι θεόπνευστη, γιατί όλη η ζωή της ‘Εκκλησίας είναι θεόπνευστη. Έτσι στο sola scriptura ή στο sola fide του Λουθήρου θα μπορούσαμε να απαντήσουμε και εμείς sola ecclesia. Η Εκκλησία διατηρεί την πίστη, τη Γραφή. Έτσι Γραφή, παράδοση και Εκκλησία περιχωρούνται, όπως τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Δεν χωρίζονται, το ένα περιέχεται στο άλλο, το ένα μαρτυρείται, ζωοποιείται, ερμηνεύεται και ελέγχεται από το άλλο.
Η Εκκλησία είναι ο χώρος που η Αγία Γραφή ζει μέσα στην Ιερά Παράδοση, αποκαλύπτουσα τον απρόσιτο Θεό. Η παράδοση αυτή της Εκκλησίας εκφράζεται διά των αγίων Πατέρων. Οι Πατέρες είναι τα στόματα της Εκκλησίας. Με την Γραφή εφάπαξ η Εκκλησία εξέφρασε την εμπειρία της ως προς την αποκάλυψη του Θεού διά Ιησού Χριστού. Με τους Πατέρες εκφράζει η Εκκλησία διαρκώς την εμπειρία της ως προς την πορεία της μέσα στην ιστορική πραγματικότητα.
Την Κυριακή της Ορθοδοξίας ακούμε στην Εκκλησία μας το λεγόμενο «Συνοδικόν», το οποίο εκφράζει άριστα όσα είπαμε για την αποκάλυψη του απροσίτου Θεού που διαφυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία:
«Οι Προφήται ως είδον [πρβλ. Παλαιά Διαθήκη], οι Απόστολοι ως εδίδαξαν [πρβλ. Καινή Διαθήκη], η Εκκλησία ως παρέλαβεν [πρβλ. Ιερά Παράδοση], οι Διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν [πρβλ. Πατέρες], η Οικουμένη ως συμπεφώνηκεν [πρβλ. Οικουμενικές Σύνοδοι], η χάρις ως έλαμψεν, η αλήθεια ως αποδέδεικται, το ψεύδος ως απελήλαται, η σοφία ως επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών… Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την οικουμένην εστήριξεν».
*****
Ύστερα από αυτή τη διαδρομή στο μυστήριο του απροσίτου πλην αποκαλυπτομένου Θεού, μπορούμε να κλείσουμε την εισήγησή μας συνοψίζοντας εν είδει συμπεράσματος τα λεχθέντα:
Ο απρόσιτος Θεός απεκαλύφθη όταν «ο Λόγος σαρξ εγένετο». Η πληρότης της αποκαλύψεως του Θεού είναι ο ενανθρωπήσας Υιός Ιησούς Χριστός.
Ο Ιησούς Χριστός είναι «φως εις αποκάλυψιν εθνών», είναι η μόνη πηγή της αποκαλύψεως του Πατρός εν Αγίω Πνεύματι διά της Εκκλησίας, η οποία Εκκλησία είναι «ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας» (ι. Αυγουστίνος). Συνεπώς: στην ‘Εκκλησία κηρύσσεται διά της Αγίας Γραφής, που ζει, φυλάσσεται και ερμηνεύεται μέσα στην Ιερά Παράδοση, ο εν Χριστώ αποκαλυφθεις απρόσιτος Θεός. Μέσα στην Εκκλησία ο πιστός ενώνεται με τον Χριστό, που είναι η μοναδική οδός και θύρα η οποία οδηγεί στον διά του Ιησού Χριστού αποκαλυφθέντα απρόσιτο Θεό. Ακολουθώντας αυτήν την οδό, περνώντας από αυτήν την θύρα, ο άνθρωπος συναντά τον Θεό. Και έτσι ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο, παύει να είναι απρόσιτος και είναι πλέον πατέρας.
(Γεωργίου Αντ. Γαλίτη, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Αποκάλυψη και Εκκλησία», εκδ. Ι. Μητροπόλεως Ηλείας, Πύργος 2006, σ.24-39)

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Γέροντας Ιουστίνος: «Αυτός που δεν αγωνίστηκε εναντίον των παθών του δεν θα βρει θεία βοήθεια στον καιρό των διωγμών»


                   Γέροντας Ιουστίνος Πάρβου

…αγαπητοί μου ή τώρα ή πιο αργά θα ξεκινήσει κάποιος πόλεμος, ο χριστιανός όμως πρέπει να είναι πάντα έτοιμος ν’αντιμετωπίσει το θάνατο. Ο Θεός κατά κάποιον τρόπο μας δείχνει σημάδια για να ετοιμαστούμε. Εμείς όμως δεν δίνουμε σημασία. Αυτό σημαίνει ότι τα πάθη μάς τύφλωσαν τόσο πολύ που δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το καλό από το κακό. Η γενιά αυτή είναι τόσο τυφλωμένη από τα πάθη που ακόμη κι αν δουν βομβαρδισμούς ή οτιδήποτε άλλο δεν πρόκειται να μετανοήσουν. Κι αυτό επειδή ο Θεός τους έκλεισε τα αυτιά για να μην ακούνε και τα μάτια για να μη βλέπουν (βλ. προφήτη Ησαΐα). Κι αυτό επειδή έχουν πωρωθεί στα πάθη. Θυμάμαι στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που πολεμούσα στην πρώτη γραμμή τον εχθρό βλέποντας το θάνατο κατάματα. Λίγα χιλιόμετρα πίσω από τις γραμμές οι χωριάτες γλεντούσαν και έπιναν. Πέθαιναν με τη βότκα κάτω από το κρεβάτι. Ήταν μία τρέλα. Γλένταγαν και κανείς δε σκεφτόνταν να γλυτώσει τη ψυχή του έστω και την ενδεκάτη ώρα.

Και τώρα το ίδιο σκέφτονται. Προτιμούν να γλεντήσουν και να διασκεδάσουν παρά να σκεφτούν το θάνατο. Όπως λέει και η Γραφή ο καθένας είναι αλυσοδεμένος από κάποιο πάθος. Και όταν θα μας βρει το κακό τότε δεν θα έχουμε τη δύναμη να μετανοήσουμε. Ο καθένας προσπαθεί να ικανοποιήσει το πάθος του. Οι καρδιές έχουν πετρώσει. Αυτός που δεν αγωνίστηκε εναντίον των παθών του δεν θα βρει θεία βοήθεια στον καιρό των διωγμών. Ο Θεός μας στέλνει σημάδια για να έλθουμε ”εν εαυτώ” και να μετανοήσουμε. Να πάμε στους πνευματικούς για να εξομολογηθούμε, να κοινωνήσουμε με το σώμα και το αίμα του Χριστού για να πάρουμε δύναμη

Τον καιρό των διωγμών οι χριστιανοί πρέπει να μαζευτούν γύρω από τους ιερείς τους. Εκεί που βρίσκεται ένα αντιμήνσιο και ένας ιερέας για να τελέσει την λειτουργία εκεί είναι και η εκκλησία. Έχουμε ως παράδειγμα τον διωγμό του περασμένου αιώνα όπου οι ιερείς πήγαιναν στα βουνα και στα χωριά με ένα αντιμήνσιο και τα λειτουργικά σκεύη στην πλάτη. Η Λειτουργία και τα Μυστήρια θα δώσουν δύναμη στους χριστιανούς να αντιμετωπίσουν την πείνα και να προστατευτούν από παν κακό, ευρισκόμενοι υπο τη Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έπειτα να λεει την Ευχή του Ιησού ή το Υπερμάχω. Στη φυλακή αυτές οι προσευχές μας έσωσαν και δεν υποχωρήσαμε μπροστά στο κόκκινο θηρίο.

Ο πραγματικός χριστιανός όμως δεν περιμένει τον πόλεμο ή τον διωγμό για να φροντίσει την ψυχή του. Τον αληθινό χριστιανό δεν τον ενδιαφέρει πότε θα αρχίσει ο πόλεμος ή ο διωγμός. Είναι πάντοτε έτοιμος να υποδεχθεί τον Ουράνιο Νυμφίο με το καντήλι της ψυχής αναμμένο. Ο αληθινός χριστιανός δεν κοιτάει πότε θα έρθει ο πόλεμος ή δεν παραμονεύει να δει αν η βόμβα θα πέσει στο κεφάλι του, αλλά ψάχνει να δει πως θα θυσιαστεί για τον πλησίον του και για το Θεό. Ο αληθινός χριστιανός ψάχνει τη Βασιλεία των Ουρανών μέσα του και δε φοβάται τίποτα σε αυτόν τον πρόσκαιρο κόσμο. Γι αυτόν η λύπη είναι χαρά και ο σταυρός Ανάσταση.

Πηγή :απόδοση στα ελληνικά π. Γεώργιος Κονισπολιάτης-orthodox breath

Βιογραφία του μακαριστού Γέροντος Ιουστίνου Parvu και μικρό ανθολόγιο διδαχών του.


Parintele-Justin-Parvu-cu-Sf-Cruce-ridicata1
επιμέλεια:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Ο π.Ιουστίνος γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1919 στο χωριό Ποϊάνα Λαργουλούι του νομού Νεάμτς της Ρουμανίας.
Το 1936 σε ηλικία 17 ετών έγινε δόκιμος στην Μονή Ντουράου. Αργότερα το έτος 1937 πηγαίνει στο θεολογικό σεμινάριο στη Μονή ΤΣΕΡΝΙΚΑ και στη συνέχεια παρακολουθεί μαθήματα στο Θεολογικό σεμινάριο στο ΡΑΜΝΙΚΟΥ-ΒΑΛΤΣΕΑ και ΡΟΜΑΝ.
Το 1938 γίνεται μέλος του Κινήματος των Λεγεωναρίων.
Ο Λεγεωναρισμός ήταν ένα ρεύμα ευαισθητοποιήσεως μεταξύ των νέων αλλά και των ανθρώπων της υπαίθρου για πνευματικές αναζητήσεις. Ήταν μια προσπάθεια πνευματικής αφύπνισης για τον λαό και τα πολιτικά πρόσωπα της χώρας. Αναζητούσε απαντήσεις που είχαν σχέση με τον Θεό, την Εκκλησία, την ηθική και πνευματική κατάρτιση του ανθρώπου, αλλά και με τα καθημερινά προβλήματα του λαού και την εξουσία της Χώρας. Οι Λεγεωνάριοι ζητούσαν την ψυχική και πνευματική αναγέννηση και τον προσανατολισμό των ανθρώπων στο Θεό. Το  χριστιανικό αυτό κίνημα προσπαθούσε να συμπαρασταθεί στα προβλήματα των ανθρώπων που δυσκολευόταν στην επιβίωσή τους, στις σπουδές των φτωχών κυρίως φοιτητών και στην διαφύλαξη της Ορθόδοξης ζωής και παράδοσης. Απέναντι του πολιτικού κόσμου εξέθετε τις προτάσεις του, που ήταν πάντα χριστιανοδημοκρατικές και επιθυμούσε να κυβερνάται η Χώρα από ευσεβείς και θεοσεβούμενους άρχοντες και συνεργάτες. Ταυτόχρονα ήταν ένα πνευματικό φαινόμενο, μια πνευματική πρόσκληση, που απευθυνόταν στην εσωτερική ζωή του λαού του Θεού. Στο βάθος του ήταν μια προτροπή για επαναφορά στο χριστιανικό παρελθόν και προπαντός πρόσκληση της γενιάς των Ρουμάνων ακόμα και στο μαρτύριο.
Το 1940 είναι πλέον μοναχός και ένα χρόνο μετά χειροτονείται ιερέας σε ηλικία μόλις 22 ετών. Μεταξύ 1942-1944 ο π.Ιουστίνος ως ιεραπόστολος ιερέας καλείται στο Ανατολικό Μέτωπο του πολέμου από Νεάμτς έως την Οδησσό.
Συμμετείχε μαζί με την 4η Μεραρχία «Οι κυνηγοί του Βουνού» στις μάχες του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου φτάνοντας μέχρι το Ντόν.
Μετά το τέλος του πολέμου συνέχισε τις σπουδές του στο θεολογικό Σεμινάριο του ΡΟΜΑΝ. Όμως είχαν αρχίσει και οι διωγμοί των χριστιανών από τους Μπολσεβίκους.Έτσι το 1948, τη χρονιά που αποφοίτησε από το Θεολογικό Σεμινάριο, συλλαμβάνεται για πολιτικούς λόγους και καταδικάζεται σε φυλάκιση 12 ετών μαζί με άλλους πολιτικούς κρατούμενους.Υπερασπιστής της πίστης ο π.Ιουστίνος θα κακοποιηθεί σε διάφορες φυλακές της χώρας, όπως Σουτσεάβα, Βακαρέστι, Τζιλάβα, Περιτράβα και Αιούντ.
Στην συνέχεια εργάζεται σκληρά στα ορυχεία στην Μπάία-Σπρίε,και «αναμορφώνεται» στις φοβερές φυλακές Πιτέστι.
Σύντομα απαραίτητα ιστορικά στοιχεία.
Το 1945 στη Ρουμανία σχηματίσθηκε κυβέρνηση  συνασπισμού από κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες της αριστεράς.
Το 1947 επήλθε το τέλος της βασιλείας, ενώ η κυβέρνηση ανακήρυξε τη χώρα λαϊκή δημοκρατία.
Στις 21-8-1965 η χώρα της Ρουμανίας υιοθέτησε νέο σύνταγμα, που τόνιζε τη μετάβαση από τη λαϊκή στη σοσιαλιστική δημοκρατία.
Το 1967 ο Νικολάε Τσαουσέσκου, ήδη γενικός γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος, ανέλαβε και την προεδρία. Ο Τσαουσεσκου εφήρμοσε την πολιτική της καταπατήσεως των ανθρωπίνων και χριστιανικών δικαιωμάτων. Στα χρόνια αυτά, όπως και στις άλλες κομμουνιστικές χώρες, οι πιστοί της Εκκλησίας της Ρουμανίας υπέφεραν τα πάνδεινα. Ωστόσο ο βαθμός του διωγμού γίνεται γνωστός μόνο στις ήμερες μας, καθώς έρχονται στο φως τα νέα μαρτυρολόγια της χώρας…..
Κατά την περίοδο αύτη, στη φυλακή της Pitesti, υφίσταται το δαιμονικό κομμουνιστικό πείραμα της «μετεκπαιδεύσεως». Με σκοπό να δημιουργηθή ο «νέος κομμουνιστικός άνθρωπος», οι φυλακισμένοι υπέστησαν συνεχή βασανιστήρια, ώστε να αρνηθούν προφορικά όλα όσα πίστευαν και αγαπούσαν έθνος, οικογένεια και Θεό. Αφού οι βασανιστές επιτύγχαναν το σκοπό τους, το τελευταίο μέρος της «μετεκπαιδεύσεως» ήταν να γίνουν οι ίδιοι οι φυλακισμένοι οι επόμενοι βασανιστές των συγκρατουμένων τους.
Το Πιτέστι – Η κόλαση στη γη
Στο Πιτέστι η «Αναμόρφωση» δε θα κάρπιζε τόσο πολύ, αν πρωτύτερα δεν πραγματοποιούνταν μερικές προύποθέσεις: η τρομοκρατία, η απομόνωση, η επίπληξη, η ανευθυνότητα.
Η πείνα έκανε τους υπό αναμόρφωση νέους, σκελετούς. Η καθημερινή μερίδα φαγητού δεν έφτανε ούτε τις 800 θερμίδες. Τους προσφέρονταν σούπες με 20-30 σπόρους πλιγούρι, 10-15 σπόροι φασόλια, 7-8 λαχανόφυλλα και κάποτε σούπες με απλό βραστό νερό στο οποίο έπλεαν 2-3 αστερίσκοι λαδιού. Το ψωμί ήταν 250 γραμμαρίων ή ένα μεγάλο στρογγυλό καρβελάκι των 350 γραμμαρίων, ανάλογα. Το πρωΐ μας έδιναν βραστό νερό με μυρωδιά καμένης ζάχαρης. Όλοι οι κρατούμενοι είχαν δυστροφία, κι όμως στα μάτια τους έκαιγε πιο δυνατά το φως των δυνατών ψυχών τους.
Στήν φυλακή Πιτέστι ξεκίνησε η τρομερή «Aναμόρφωση» (Πλύση εγκεφάλου). Αυτή η φυλακή προοριζότανε, σύμφωνα μέ τά σχέδια τών κομμουνιστών, γιά τούς φοιτητές. Οι κομμουνιστές σκόπευαν τήν εξόντωση τής χριστιανικής νεολαίας. Τήν περίοδο 1948-1951 σ’αυτήν τήν φυλακή περισσότερο από 4-5 χιλιάδες φοιτητές υπέστησαν τήν «αναμόρφωση».
Όλες οι οικογενειακές επαφές κόπηκαν, σταμάτησαν και όλες οι συναναστροφές. Δεν υπήρχε ούτε χαρτί, ούτε μολύβι, ούτε βιβλίο. Απαγορευόταν να κοιτάξεις προς το παράθυρο, παρόλο που ήταν σκεπασμένο με σανίδες. Σ΄ ένα κρατητήριο των 2×4 μέτρων ήταν στοιβαγμένοι 7 μέχρι 12 κρατούμενοι, ώστε να τρελαθείς τελείως από τη σκληρή αυτή ομαδική απομόνωση. Οι στοιβαγμένοι κρατούμενοι ζούσαν, φυσικά, σε φοβερή αποπνικτική ατμόσφαιρα.
Στο άνοιγμα της πόρτας οι κρατούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να σηκώνονται όρθιοι, να βγάζουν το σκούφο τους και να χαιρετούν το δεσμοφύλακα με τις λέξεις: «Να ζήσεις»! Στο κλείσιμο της πόρτας έπρεπε να λένε όλοι: «Ζήτω η δόξα της Λαϊκής Δημοκρατίας».
Για 17 ωρες έπρεπε ν΄ αγρυπνούν, μή έχοντας το δικαίωμα να νυστάξουν ή να ξαπλώσουν. Δεν επιτρεπόταν να υπάρχει ένα συστηματικό πρόγραμμα συζητήσεων. Κουβέντιαζαν ψιθυριστά. Απαγορευόταν κάθε δουλειά ή απασχόληση. Δεν μπορούσαν να ράψουν ούτε μία πατσαβούρα.
Στο κελλί αυτό-δεσμωτήριο έτρωγαν, κοιμούνταν, πλένονταν και έκαμναν όλα τα άλλα. Ο αέρας είχε αφόρητη μυρωδιά και πολλή σκόνη. Η βόλτα στην αυλή επιτρεπόταν ανά πέντε-έξι μήνες, μόνο για λίγα λεπτά και στη συνέχεια ακολουθούσαν τιμωρίες με ξύλα. Αν όμως ένας κρατούμενος πήγαινε έξω από το κρατητήριο, του φορούσαν μαύρα γυαλιά, ώστε δεν έβλεπε τίποτε. Το μπάνιο γινόταν ανά δύο εβδομάδες.
Απαγορευόταν αυστηρώς κάθε επαφή μεταξύ των κρατητηρίων. Ανάμεσα στους κρατουμένους είχαν μπει και αρκετοί πράκτορες του Κόμματος για πληροφοριοδότες. Δεν μπορούσε να συνομιλήσει κανείς με τους φύλακες. Επιθεωρήσεις γίνονταν σπάνια και παραδέχονταν οι επιθεωρητές με χαρά ότι οι επιβληθείσες τιμωρίες γίνονταν με πρέπουσα σκληρότητα. Η ιατρική περίθαλψη είχε απαγορευθεί. Ο γιατρός είχε μετατραπεί σε τραμπούκο. Οι δεσμοφύλακες έκαναν την οποιαδήποτε αυθαιρεσία.
Εκτός από τον ξυλοδαρμό, βασανίζονταν και με τον εγκλεισμό τους σε μπουντρούμι. Το μπουντρούμι ήταν στο υπόγειο του δεσμωτηρίου. Τα παράθυρα ήταν κλεισμένα και μέσα ήταν πηκτό σκοτάδι. Στο πάτωμα υπήρχαν μεγάλες ποσότητες ανθρωπίνων κοπράνων, και έμοιαζε μ΄ ένα βρομισμένο βάλτο, όπου δεν υπήρχε ούτε μία λωρίδα ξηρού και καθαρού τόπου. Οι τοίχοι ήταν υγροί. Το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα.
Ένα από τα πρώτα βάσανα στήν «Αναμόρφωση» ήταν το ξύλο. Οι «αναμορφωτές» κτυπούσανε συνέχεια, μέχρι εξαντλήσεως, χρησιμοποιώντας διάφορες μεθόδους,τούς άλλους πολιτικούς κρατουμένους πού έπρεπε να «αναμορφωθούν».
Επί πλέον, λόγω μιας πολύ παράξενης ακουστικής, το μπουντρούμι αυτό επηύξανε υπερβολικά ακόμη και τους πιο μικρούς θορύβους: Αν κάποιος μιλούσε με κανονική φωνή, γινόταν μέσα ένας εκκωφαντικός θόρυβος που έκανε να αντιβουίζουν οι τοίχοι και να δονείται όλος ο αέρας.
Εδώ μεταφέρονταν οι νεαροί «κερατάδες», ομάδες-ομάδες, συνήθως γυμνοί και ξυπόλυτοι. Αντί τροφής, τους δινόταν μια κουτάλα με καυτό, αλμυρό νερό. Συνήθως πριν να έλθουν στο μπουντρούμι, έπαιρναν ένα δυνατό μαστίγωμα.
Γνωρίζω ανθρώπους που έκαναν, σταδιακά, πάνω από 60 μέρες στην κάβα-μπουντρούμι μέσα σε τέτοιες συνθήκες. Τρεις μέρες στην κάβα ήταν το ελάχιστο και έφτανε μέχρι 8-10 μέρες, δηλαδή μέχρι την κατάπτωση και το πέσιμο στον βάλτο. Όταν οι τιμωρημένοι επαναφέρονταν στα δωμάτια, ήταν άρρωστοι και αγνώριστοι. Σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι πέρασαν την κάβα του Πιτέστι. Όλες αυτές οι μέθοδοι έξουδενώσεως και θανατώσεως επιβάλλονταν με τη σιωπηρή έγκριση της Εξουσίας.
Διάφορες μαρτυρίες για βασανιστήρια
Εφαρμόσθηκαν όλα τα συστήματα βασανιστηρίων.
Το πιο συχνό ξυλοκόπημα γινόταν με γροθιές και με το ρόπαλο. Οι τραμπούκοι είχαν γίνει μεγάλοι αριστοτέχνες στο να μαστιγώνουν στα πιο ευαίσθητα σημεία του σώματος. Το αίμα που κυλούσε τους εξαγρίωνε περισσότερο. Τους είχαν ξεσκίσει πλευρές, κόκκαλα, ραχοκοκκαλιά. Έβλεπες σπασμένα κεφάλια, βγαλμένα μάτια, κατεστραμμένα τύμπανα.
Ένα νεαρό τον σταύρωσαν με σχοινιά και με δύο καρφιά στον τοίχο. Κατόπιν τον χτύπησαν στο συκώτι μέχρι που πέθανε.
…Σ΄ έναν άλλο δόθηκε αλμυρό νερό να πιει και πέθανε με φοβερούς πόνους. Πολλούς άλλους τους ξερρίζωναν τα νύχια. Πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε η κινεζική σταγόνα, δηλαδή η στάλα που έπεφτε στο κεφάλι των θυμάτων μέρα νύχτα, μέχρι που τρελαίνονταν. Πολλούς τους κτυπούσαν με το ρόπαλο και τους στούμπιζαν τα πλευρά και το πρόσωπο μέχρι να λιποθυμήσουν. Όσο πιο γνωστό τους ήταν το θύμα, τόσο πιο οδυνηρή ήταν η ένταση των βασάνων.
Άλλη μέθοδος ήταν η στοίβα. Σχημάτιζαν μια στοίβα ανθρώπων, όπως κάνουν τις ξύλινες στοίβες στα δάση, και κατόπιν οι τραμπούκοι ανέβαιναν επάνω και χόρευαν και κοπανούσαν τα θύματα τους, που ούρλιαζαν από τον πόνο, αν και απαγορευόταν να φωνάξεις ή να αναστενάξεις. Εκείνοι λοιπόν που έβγαζαν κραυγές, τιμωρούνταν. Ακόμη έφραζαν τα στόματα τους με βρόμικα κουρέλια, με τα οποία έπλεναν τις τουαλέτες.
….Κάποιος είχε παρατηρήσει ότι σε χρονιάρες και σε νηστήσιμες μέρες (την Παρασκευή ιδιαιτέρως) οι «αναμορφωμένοι» ήταν πιο δαιμονισμένοι. Για να πούμε όμως την αλήθεια, δεν υπήρχε καμιά στιγμή ανάπαυσης. Αν δεν ήσουν βασανιζόμενος, τότε ήσουν θεατής στα βάσανα των άλλων.
Πολλοί ξυλοκοπήθηκαν με λεπτά ρόπαλα στα αχαμνά τους και μερικοί απ΄ αυτούς πέθαναν κατόπιν. Άλλους τους ξερίζωσαν τα μαλλιά τρίχα τρίχα. Τα δόντια τους πηδούσαν από το στόμα τους σαν φασόλια. Άλλους τους κρέμασαν με τα πόδια επάνω και το κεφάλι κάτω, και τους βασάνιζαν. Ούτε η γλώσσα τους δε γλύτωσε από τα βάσανα.
Ήταν γνωστή η περίπτωση ενός νεαρού ο όποιος είχε βυθισθεί με το κεφάλι τόσες φορές στην τουαλέτα ώστε έπαθε μια ψυχωτική άθλια κατάσταση: κάθε μέρα πήγαινε μόνος του, σε μια συγκεκριμένη ώρα, και βύθιζε το κεφάλι του στην τουαλέτα, ενώ το πλήθος χαχάνιζε.
…Πολλούς τους ανάγκαζαν να στέκονται μόνο στο ένα πόδι και με το ένα χέρι ανεβασμένο ψηλά. Απαγορευόταν να κουνηθούν. Μ΄ αυτό τον απελπιστικό τρόπο αγκυλωνόταν το πόδι τους απίστευτα για πολλές ημέρες συνεχώς.
…Εάν οι κρατούμενοι ήταν φίλοι μεταξύ τους, οι τραμπούκοι τους ανάγκαζαν ο ένας να κτυπά τον άλλον με σκληρότητα. Εάν όμως ο ένας κτυπούσε το φίλο του ελαφρά και με εύσπλαγχνία, οι τραμπούκοι τον ξυλοφόρτωναν
….
(Ιωάννης Ιανολίδε-Επιστροφή στον Χριστό)

Το 1960 καταδικάστηκε σε άλλα τέσσερα χρόνια γιατί δεν άφησε την πίστη του. Το 1969 αφέθηκε ελεύθερος μαζί με τους υπόλοιπους κατάδικους για πολιτικούς λόγους. Λόγω των δυσκολιών που ανέκυψαν αναγκάζεται να εργαστεί ως εργάτης δασοκομίας.
Μετά από λίγο καιρό ο ιερομόναχος Ιουστίνος  γίνεται δεκτός στην Μονή Σέκου. Μέχρι το 1974 λειτουργεί ως ιερέας και πνευματικός στο μοναστήρι αυτό.
Από το 1974-1989 ο π.Ιουστίνος βρίσκεται στην Μονή Μπίστριτσα κάτω από την αυστηρή εποπτεία των κομμουνιστών.
Το 1976,μετά από θαυματουργική Θεϊκή παρέμβαση, πηγαίνει να προσκυνήσει στα μοναστήρια του Αγίου Όρους.
Για το προσκυνηματικό του αυτό ταξίδι  αφηγήθηκε και τα εξής
«Όταν βγήκα από την φυλακή(σ.σ.εννοεί τις κομμουνιστικές φυλακές)πήγα στο Άγιο όρος με σκοπό να μείνω εκεί. Ο πρώτος μοναχός που συνάντησα κάπνιζε. Τότε αποφάσισα να μην μείνω στο  Άγιο Όρος και να γυρίσω στην Ρουμανία. Φυσικά στην Ελλάδα υπάρχουν άνθρωποι εκλεκτοί και άνθρωποι της προσευχής,αλλά θεωρούν το κάπνισμα κάτι το φυσιολογικό,ούτε καν θέτουν το ζήτημα εαν είναι αμαρτία.»
Το 1990 μετά την αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος επιστρέφει στην Μονή Σέκου, όπου θα παραμείνει για ένα περίπου χρόνο, ενώ στην συνέχεια  αποσύρεται στο Ησυχαστήριο με την σκέψη το υπόλοιπο των ημερών του να το περάσει με νηστεία και προσευχή. Όμως το σχέδιο του Θεού ήταν διαφορετικό. Έτσι μεταξύ 1991-1992 μαζί με δύο άλλους μοναχούς τον π.Ιγνάτιο και τον π.Καλλίνικο θεμελιώνει στο χωριό Πέτρου-Βόντα του νομού Νεάμτς το ομώνυμο μοναστήρι, που θα το αφιερώσει στους Ρουμάνους Μάρτυρες των Κομμουνιστικών φυλακών. Η μονή είναι υπό την προστασία των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Τήν ίδια περίοδο, σε μικρή απόσταση από το  μοναστήρι αυτό, θα θεμελιώσει μία γυναικεία Σκήτη. Παράλληλα με ενέργειές του δημιουργήθηκαν στην περιοχή ένα Γηροκομείο, ένα Ορφανοτροφείο και πρόσφατα ξεκίνησε η κατασκευή Νοσοκομείου.
Ο π.Ιουστινος στήριξε και την θρησκευτική ζωή και άλλων Σκητών, όπως εκείνες από την Χούτσα του νομού Μπιχόρ,Σαούμπ Πιάτρα,Άλμπα-Ιούλια, την Σπηλιά του Αγίου Ανδρέα καθώς και την Μονή του Αγίου Ιωάννου του Κασσιανού από την Ντομπροτσέα.
Το 2003 ο π.Ιουστίνος εκδίδει μηνιαίο έντυπο ορθόδοξης διδασκαλίας με την ονομασία «Η φωνή των μοναχών».
Το 2008 στις 2 Νοεμβρίου τιμήθηκε με το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη..
Slujba de Florii la Petru Voda cu Parintele Iustin Parvu
Ο π. Ιουστίνος υπήρξε μεγάλος Πνευματικός Πατέρας και καθοδηγητής χιλιάδων Ρουμάνων.
Ήταν γνωστός για την προσήλωσή του  στην Ορθόδοξη Παράδοση και για το γεγονός ότι ήταν πνευματικός περίπου 1500 μοναχών.
Ήταν  χιλιάδες οι άνθρωποι, που πήγαιναν να εξομολογηθούν, να συμβουλευθούν και να πάρουν την ευχή  του. Τα τελευταία χρόνια  παρά την  προχωρημένη ηλικία του και τα σοβαρά προβλήματα υγείας, συνέχιζε να είναι ένα παράδειγμα αντοχής – φυσικής και ψυχικής – υποδεχόμενος κόσμο καθημερινά απ΄ το πρωί μέχρι το βράδυ στη Μονή Petru Voda. Χιλιάδες οι άνθρωποι με τα προβλήματα και τις στενοχώριες τους πήγαιναν  να εξομολογηθούν, να συμβουλευθούν και να πάρουν την ευχή του. Οι πιστοί κατασκήνωναν στο μοναστήρι από την προηγούμενη μέρα, προκειμένου από το πρωί να μπουν στην σειρά σ΄ ένα στενό διάδρομο της μονής έτσι ώστε μέχρι το βράδυ να δουν τον γέροντα.
Ο ίδιος  υποδεχόταν τους ανθρώπους με βλέμμα φωτεινό, ζεστό αλλά και διεισδυτικό. Ποτέ δεν κουραζόταν ν’ ακούει τον πόνο των χιλιάδων ανθρώπων που τον επισκέπτονταν !΄Άνθρωπος Χαρισματικής αντοχής, που έμεινε στις κομμουνιστικές φυλακές 12 χρόνια, σε κελιά παγωμένα, πεινασμένος, χτυπημένος και φριχτά βασανισμένος ψυχικά και σωματικά, άντεχε στα 95 του χρόνια το άλλο «βασανιστήριο» αυτό του πόνου των ανθρώπων που έρχονταν σ’ αυτόν για βοήθεια. Αλλά αυτό δεν εκπλήσσει, επειδή, όπως ο ίδιος έλεγε «όσοι φυλακίσθηκαν (σ.σ. στις αθεϊστικές φυλακές), όσοι υποφέρουν και υπέφεραν είναι πιο δεκτικοί στα θαύματα, στο να καταλάβουν το θαύμα της ζωής. Τον άνθρωπο που είναι “έτοιμος” δεν τον τρομάζει ο θάνατος, ούτε φτάνει στην ώρα της Κρίσεως με το σακί αδειανό», και κατέληγε :
«Χωρίς Θεό ο άνθρωπος είναι σαν άδεια πανοπλία. 
Απ’ όταν φοβάμαι το Θεό δε φοβάμαι τίποτα !
Είμαι ένας ελεύθερος άνθρωπος και κάνω ό,τι θέλω.                       
Δε φοβάμαι τους ανθρώπους».
Κοιμήθηκε οσιακά την Κυριακή 16 Ιουνίου 2013, ημέρα των Αγίων Πατέρων της Α Οικουμενικής Συνόδου.
Το οσιακό του σκήνωμα δεν παρουσίασε το φαινόμενο της νεκρικής ακαμψίας και σταγόνες μύρου έβγαιναν από το μέτωπό του και τα χέρια του.
Η ψυχή του τώρα αγάλλεται εις τα ουράνια σκηνώματα με τους αγίους μάρτυρας και ομολογητές, που τόσο αγάπησε.
Μικρό ανθολόγιο διδαχών στάρετς Ιoυστίνου Parvu
1.Συχνά έλεγε: «Η Λειτουργία και τα Μυστήρια θα δώσουν δύναμη στους χριστιανούς να αντιμετωπίσουν την πείνα και να προστατευθούν από παν κακό, ευρισκόμενοι υπό τη Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Να λέτε την Ευχή του Ιησού ή το τη Υπερμάχω.
Στη φυλακή αυτές οι προσευχές μας έσωσαν και δεν υποχωρήσαμε μπροστά στο κόκκινο θηρίο. Ο πραγματικός χριστιανός όμως δεν περιμένει τον πόλεμο ή τον διωγμό, για να φροντίσει την ψυχή του. Τον αληθινό χριστιανό δεν τον ενδιαφέρει πότε θα αρχίσει ο πόλεμος ή ο διωγμός.
Είναι πάντοτε έτοιμος να υποδεχτεί τον Ουράνιο Νυμφίο με το καντήλι της ψυχής αναμμένο, ψάχνει να δη πως θα θυσιαστεί για τον πλησίον του και για το Θεό. Ο αληθινός χριστιανός ψάχνει τη Βασιλεία των Ουρανών μέσα του και δε φοβάται τίποτα σε αυτόν τον πρόσκαιρο κόσμο. Γι᾽ αυτόν η λύπη είναι χαρά και ο σταυρός Ανάσταση».
2. «Όπως λέει και η Γραφή ο καθένας είναι αλυσοδεμένος από κάποιο πάθος. Και όταν θα μας βρει το κακό τότε δεν θα έχουμε τη δύναμη να μετανοήσουμε. Ο καθένας προσπαθεί να ικανοποιήσει το πάθος του. Οι καρδιές έχουν πετρώσει. Αυτός που δεν αγωνίστηκε εναντίον των παθών του δεν θα βρει θεία βοήθεια στον καιρό των διωγμών.
Ο Θεός μας στέλνει σημάδια για να έλθουμε »εν εαυτώ»και να μετανοήσουμε. Να πάμε στους πνευματικούς για να εξομολογηθούμε, να κοινωνήσουνε με το σώμα και το αίμα του Χριστού για να πάρουμε δύναμη.
Τον καιρό των διωγμών οι χριστιανοί πρέπει να μαζευτούν γύρω από τους ιερείς τους. Εκεί που βρίσκεται ένα αντιμήνσιο και ένας ιερέας για να τελέσει την λειτουργία εκεί είναι και η εκκλησία. Έχουμε ως παράδειγμα τον διωγμό του περασμένου αιώνα όπου οι ιερείς πήγαιναν στα βουνά και στα χωριά με ένα αντιμήνσιο και τα λειτουργικά σκεύη στην πλάτη. Αυτός που δεν αγωνίστηκε εναντίον των παθών του, δεν θα βρει θεία βοήθεια στον καιρό των διωγμών».
3.Η προσευχή της μάνας δεν συγκρίνεται με τίποτα σε αυτό τον κόσμο. Στον κόπο των μητέρων βρίσκεται το παρόν και το μέλλον ενός λαού. Πέρα από ό,τι προσφέρει η κοινωνία στον άνθρωπο, η μάνα που μεγαλώνει το παιδί φυτεύει τον σπόρο στην ψυχή του. Αυτή πρέπει να είναι ισορροπημένη, να έχει τον Άγιο της εικόνας στην καρδιά,τον Σταυρό στο μυαλό και να ξέρει τον δρόμο της Εκκλησίας. Μόνο έτσι θα μπορέσει να προετοιμάσει το παιδί για την ζωή. Αυτό που μας λείπει τώρα είναι ακριβώς αυτό. Μας λείπουν οι άγιες μητέρες, οι οποίες μας χαρίζουν αγίους ήρωες, μάρτυρες,διανοουμένους ή να μας δώσουν τις ιδιοφυΐες,που θα αναδείξουν ό,τι καλύτερο έχει αυτός ο λαός της Ορθοδοξίας.
ΠΗΓΕΣ.
1.Wikipedia
2.www.petruvoda.ro
3.proskynitis.blogspot.com
4.Περιοδικό –ΠΟΡΕΙΑ ΑΓΑΠΗΣ.τευχ,14
5.Ιωάννη Ιονολίδε.Επιστροφή στον Χριστό.